Ταξίδι στον χρόνο ο Ορφέας και η Ευριδίκη στον Αχέροντα



Από καιρό σκεφτόμουν να γράψω για την μουσική τον προγόνων μας.
Πάντα μου άρεσε να ταξιδεύω με την μηχανή του χρόνου στην αρχαιότητα τότε που όλα είχαν ένα πέπλο μυστηρίου μέσα στην απλότητα που όμως φάνταζε τόσο πολύπλοκη.


Γράφει ο Χάρης Ντάκουλας

Η μουσική για τους αρχαίους ήταν κάτι παραπάνω από διασκέδαση, ήταν μαθηματικά, η άλγεβρα των μεταφυσικών θεωριών, ήταν η γνώση, ήταν το μέσο που εκπαίδευαν και επηρέαζαν τις μάζες.
Αυτό ήταν που την έκανε ένα πανίσχυρο όργανο ηθικής και διαπαιδαγώγησης. Η μουσική συνδέεται άμεσα με την αρχαία Ελλάδα, με την ενέργεια που είχε αυτή η αρχαία χώρα και με δυνάμεις που χαρακτηρίζονται ως «υπερφυσικές».


Η μουσική ήταν προτέρημα των θεών, από την λύρα του Δία που την διαδέχτηκε ο Ερμής και ο Απόλλωνας μέχρι να φτάσει στα χέρια του πρώτου θνητού, Αμφίονα, που δημιούργησε την κιθαρωδία δηλαδή το τραγούδι με συνοδεία κιθάρας.
Κατά την παράδοση, η λύρα του Δία μάγευε τις πέτρες, έτσι ώστε από μόνες τους τοποθετούνταν και στερεώνονταν χτίζοντας τα τείχη της Θήβας με τις επτά πύλες (μία για κάθε χορδή της λύρας του). Πολλές είναι οι ιστορίες και οι παραδόσεις, εγώ όμως διάλεξα να αναφέρω μια ιστορία αγάπης, αυτή του Ορφέα.


Γιός του βασιλιά της Θράκης Οίαγρου και της Μούσας Καλλιόπης γνωστός για την "μαγική" δύναμη της λύρας του, τη μουσική και την ποίησή του.
Ο μύθος λέει ότι ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας του δίδαξε την μουσική και του χάρισε την λύρα του. Επίσης, ότι ο Ορφέας έπαιζε τόσο αρμονικά τη λύρα και τραγουδούσε τόσο γλυκά, ώστε τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί στη μουσική του, ακόμα και τα αγρίμια του δάσους μαζεύονταν γύρω του να τον ακούσουν.


Ζούσε στην Θράκη τριγυρνώντας μέσα στο δάσος, παίζοντας τη λύρα του και τραγουδώντας. Εκεί συναντήθηκε με την νύμφη Ευρυδίκη την οποία αργότερα παντρεύτηκε.
Η ευτυχία τους δεν κράτησε για πολύ καθώς η Ευρυδίκη δαγκώθηκε από ένα φίδι και πέθανε. Ο Ορφέας τότε, απαρηγόρητος, τραγουδούσε τόσο λυπητερά που ακόμα και η πέτρες ράγιζαν, έτσι οι θεοί που τον αγαπούσαν του επέτρεψαν να κατεβεί στο βασίλειο του Πλούτωνα, τον Αδη, για να την ξαναβρεί.


Με οδηγό τον Ερμή λοιπόν φτάνει στον Αδη, αφού πρώτα με μια μελωδία αποκοίμισε τον φοβερό φύλακα τον ψυχών Κέρβερο.
O Πλούτωνας τον φιλοξένησε στο παλάτι του και λύγισε στα παρακάλια και στον πόνο της μαγευτικής μουσικής του. Έκανε λοιπόν την πρότασή του. Θα άφηνε την Ευρυδίκη να φύγει μαζί του υπό ένα όρο.
Να μην την κοιτάξει καθόλου μέχρι να βγούνε στην επιφάνεια της γης.
Ο Ορφέας γεμάτος χαρά δέχτηκε. Έτσι, αυτός μπροστά και πίσω η αγαπημένη του μαζί με τον Ερμή πήραν τον δρόμο προς την ζωή, όμως λίγα μέτρα πριν την επιφάνεια ο Ορφέας γεμάτος λαχτάρα και χαρά ξεχάστηκε και γύρισε προς την Ευρυδίκη. Εκείνη μονομιάς εξαφανίστηκε και ο Ορφεας έμεινε για πάντα μόνος.


Oσες και αν ήταν η νύμφες του δάσους που θέλανε να είναι μαζί του, εκείνος δεν δέχτηκε να αντικαταστήσει την Ευρυδίκη με καμία.
Οι πύλες του Αδη σύμφωνα με την μυθολογία είναι στης εκβολές του ποταμού Αχέροντα. Λεγόταν ότι ο κάθε νεκρός που ήθελε να περάσει τις Πύλες πλήρωνε έναν οβολό και ο Κέρβερος, το μυθικό τέρας που φύλαγε τις Πύλες του Άδη, τον άφηνε.


Ο ποταμός Αχέροντας

Ο Αχέροντας πηγάζει από τα βουνά του Σουλίου, της Ηπείρου, περνάει μέσα από το χωριό Γλυκή και μετά από μια αρκετά με γάλη διαδρομή χύνεται στο Ιόνιο Πέλαγος.

Ο Αχέρων ποταμός, ο δρόμος για τον κάτω κόσμο.. το σκοτεινό βασίλειο του θεού Πλούτωνα ή αλλιώς Άδη που σημαίνει αόρατος στα αρχαία ελληνικά από το ᾍδης ή Ἅιδης.

Ο Αχέρων Ποταμός πήρε το όνομα από τη λέξη άχος - λύπη, Αχέρων χωρίς χαρά, ποταμός της λύπης, είναι από τους πιο διάσημους παγκοσμίως, όχι τόσο για το μέγεθός του, αλλά εξ αιτίας του μεταφυσικού περιεχομένου των μυθολογικών πληροφοριών που κουβαλάει στα νερά του. Λέγεται και Μαυροπόταμος, γιατί σύμφωνα με τη Μυθολογία, κατά την Τιτανομαχία, οι Τιτάνες για να ξεδιψάσουν ήπιαν νερό από τον Αχέροντα και ο Δίας πάνω στο θυμό του μαύρισε και πίκρανε τα νερά του.

Άλλες ονομασίες του ποταμού είναι Φαναριώτικος και Καμαριώτικο ποτάμι.


Στην αρχαιότητα πίστευαν ότι ο Αχέροντας αποτελεί τον ποταμό εκείνο, τον διάπλου του οποίου έκανε, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία ο «ψυχοπομπός» Ερμής παραδίδοντας τις ψυχές των νεκρών στον Χάροντα για να καταλήξουν στο βασίλειο του Άδη.

Η κάθε ψυχή, περνώντας από το πορθμείο του Χάροντα, έπρεπε να δώσει από έναν οβολό για τη μεταφορά, ενώ αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση του Μένιππου, τον οποίο αναφέρει ο Λουκιανός, ως τον μοναδικό που διέσχισε τον Αχέροντα χωρίς να πληρώσει.




Στο δρόμο του ο ποταμός διασταυρωνόταν με τους Πυριφλεγέθοντα και Κωκυτό, στο σημερινό χωριό Μεσοπόταμος, στο σημείο όπου βρίσκεται το αρχαίο Νεκρομαντείο του Αχέροντα, το οποίο προωθούσε την επικοινωνία με τις ψυχές. Αχέρων, Κωκυτός και Πυριφλεγέθων συναποτελούσαν τους τρεις ποταμούς του Άδη, και οι τρείς με θλιβερά ονόματα (Αχέρων = χωρίς χαρά, Πυριφλεγέθων = πύρινος, Κωκυτός = θρήνος) συμβολίζοντας την θλίψη και τους θρήνους του θανάτου και δίνοντας το συμβολισμό της πύρινης κολάσεως, όπως διατηρείται και σήμερα στην Χριστιανική θρησκεία.

Νεκρομαντείο του Αχέροντα


Το αρχαίο Νεκρομαντείο του Αχέροντα βρίσκεται στο χωριό Μεσοπόταμος, του Νομού Πρεβέζης, στο σημείο όπου έσμιγε ο ποταμός Αχέρων με τον Κωκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα, στις βορειοδυτικές όχθες της Αχερουσίας Λίμνης, η οποία αποτελούν Νεκρομαντείο του Αχέροντα την είσοδο του κόσμου των ψυχών.

Είναι χτισμένο στην κορυφή ενός λόφου, στον οποίο κατέληγαν οι επισκέπτες από το Ακρωτήρι Χειμέριο του χωριού Αμμουδιά, για να επικοινωνήσουν με τις ψυχές των αγαπημένων τους προσώπων.

Ο Όμηρος στην Οδύσσεια περιγράφει αναλυτικά την περιοχή κατά την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη.






Μέθοδος μαντείας

Καταλυτικός για τη μαντεία ήταν ο ρόλος των ιερέων, οι οποίοι επεδίωκαν συζητήσεις με τους επισκέπτες για να γνωρίσουν τις προθέσεις τους και να δώσουν τις ανάλογες απαντήσεις, καθώς και η ιεροτελεστία που ακολουθούνταν.
Υπέβαλαν τους επισκέπτες σε ψυχολογικές και σωματικές δοκιμασίες είτε με τη δαιδαλώδη, επιβλητική κατασκευή του μαντείου και τις σκοτεινές γεμάτες υγρασία αίθουσες είτε με δίαιτα και με τη βοήθεια κυάμων (κουκιά) που μασούσαν ώστε να θολώνουν το μυαλό τους και να εξάπτουν τη φαντασία τους.


Για να λάβει ο επισκέπτης απάντηση από την ψυχή έπρεπε να τελέσει προσφορές και να τη βγάλει από τη λήθη δίνοντάς της να πιει αίμα. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Ομήρου σύμφωνα με την οποία η μάνα του Οδυσσέα δεν τον αναγνώρισε παρά μόνο όταν ήπιε από το αίμα της προσφοράς.


Οι ψυχές θεωρούνταν άυλες σαν σκιές. Τα "είδωλα" των ψυχών τα ανέβαζαν οι ιερείς με σιδερένιους μοχλούς από την υπόγεια αίθουσα. Στο τέλος οι πιστοί αποχωρούσαν από άλλη έξοδο ώστε να μην έρθουν σε επαφή με τους επόμενους επισκέπτες εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη μυστικότητα. Η οποιαδήποτε μαρτυρία του χρησμού αποτελούσε βλασφημία και οδηγούσε ακόμα και σε θάνατο.


Αρχιτεκτονική

Από αρχιτεκτονικής άποψης το Νεκρομαντείο ταυτίζεται με μεγαλοπρεπές ταφικό μνημείο ή μαυσωλείο της Ανατολής του 5ου αι. Αποτελείται από πολυγωνική τοιχοδομία, σιδερόφρακτες πύλες, εσωτερική διαίρεση με διαδρόμους, κατασκευή που εξυπηρετεί τη λατρεία και τις τελετουργίες των υποχθόνιων θεών.


Το κυρίως ιερό χωρίζεται με δύο παράλληλους τοίχους σε μία κεντρική αίθουσα και δύο μικρές πλαϊνές. 

Κάτω από την κεντρική αίθουσα βρίσκεται μία άλλη υπόγεια αίθουσα λαξευμένη στο βράχο η οροφή της οποίας στηρίζεται σε δεκαπέντε πώρινα =από πωρόλιθο) τόξα.


Ακουστική του χώρου

Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η ακουστική του χώρου της υπόγειας αίθουσας. Επ' αυτού εκπονήθηκε μια μελέτη από τους επιστημονικούς συνεργάτες του Εργαστηρίου Ακουστικής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του Αριστοτελείου πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Καραμπατζάκη και Βασίλη Ζαφρανά,η οποία διήρκεσε 12 έτη και παρουσιάστηκε σε συνέδριο στην Ιταλία.

Σύμφωνα με αυτήν,στην υπόγεια αίθουσα βασιλεύει απόλυτη ησυχία και ταυτόχρονα ο χρόνος αντήχησης του χώρου είναι εξαιρετικά χαμηλός.
Οι κ.κ. Καραμπατζάκης και Ζοφρανάς χρειάστηκαν αλλεπάλληλες μετρήσεις και διαφορετικά και εξελιγμένα τεχνολογικά μέσα, για να επιβεβαιώσουν αυτό το φαινόμενο.

Η παρατήρηση των τόξων, σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερα χαμηλές τιμές του χρόνου αντήχησης και του θορύβου βάθους, οδήγησαν τους δύο ερευνητές στο συμπέρασμα ότι ο χώρος ήταν συνειδητά κατασκευασμένος, ώστε να δημιουργεί στον επισκέπτη του έντονα ψυχοακουστικά φαινόμενα.

Χαρακτηριστικό είναι ότι οι ακουστικές τιμές, πλησιάζουν την ακουστικότητα που υπάρχει στους ανηχοϊκούς θαλάμους (σύγχρονα εργαστήρια ακουστικής).