Μετρό - Το δρομολόγιο που κόλλησε στον χρόνο -Επόμενη στάση Πανόρμου

 

Στις 25/10/2011 ένας συρμός του Μετρό εντοπίστηκε σε μία βοηθητική γραμμή του δικτύου χωρίς καμία αιτιολογία. Το ίδιο τρένο φαίνεται πως είχε εξαφανιστεί στις 24/10, κατά τη διάρκεια του τελευταίου του δρομολογίου. Ειδική ομάδα που εξέτασε το τρένο δε βρήκε τίποτε ασυνήθιστο.


Ο Αντρέας έτρεχε στις κυλιόμενες φρενιασμένα για να προλάβει το τελευταίο τρένο. Στο στόμα του είχε δαγκωμένο ένα εισιτήριο που κάποιος του είχε δώσει χέρι με χέρι στις σκάλες της Εθνικής Άμυνας.

Σας υπενθυμίζουμε ότι η λειτουργία του ανελκυστήρα στο σταθμό Σύνταγμα έχει αποκατασταθεί, αντήχησε η εκφωνήτρια σε όλον τον σταθμό. Το πρώτο κουδούνι ακούστηκε.

Ο Αντρέας μ' ένα σάλτο χώθηκε μέσα στο βαγόνι. Αμέσως μετά η πόρτα έκλεισε πίσω του.

Το τρένο ξεκίνησε. Λαχανιασμένος κοίταξε γύρω του. Το βαγόνι ήταν σχεδόν άδειο.

Σε μία γωνία στεκόταν μία κοπέλα με ακουστικά στ' αυτιά της. Γύρω στα είκοσι, όμορφη, με καστανά μαλλιά και γλυκό πρόσωπο.

Σε ένα κάθισμα λίγο πιο πέρα καθόταν ένας μικροκαμωμένος Πακιστανός τυλιγμένος σ' ένα φουσκωτό μπουφάν.

Στην άλλη άκρη του βαγονιού κάθονταν δύο πιτσιρικάδες.
Ο ένας φορούσε μία μπλούζα των Cannibal Corpse και ο άλλος είχε ίχνη από εφηβικό μουστάκι.

Απέναντί τους ακριβώς καθόταν μία μεσήλικη κυρία με ένα μαύρο ζιβάγκο και ψηλά ζυγωματικά. Απ' το λαιμό της κρεμόταν ένας ασημένιος σταυρός. Ανάμεσα στα πόδια της κρατούσε μία δερμάτινη τσάντα.


Επόμενη στάση: Κατεχάκη, ανακοίνωσε η εκφωνήτρια ρομποτικά.

Ο ήχος του τρένου πάνω στις ράγες έμοιαζε με συριστικό βασανιστήριο πολλών ντεσιμπέλ για τ' αυτιά. Ο Αντρέας έκλεισε το παράθυρο δίπλα του και κοίταξε αδιάφορα την κοπέλα με τ' ακουστικά. Εκείνη δεν ανταπέδωσε το βλέμμα του.

Λογικό.

Ήταν αντικειμενικά άσχημος, σαραντάρης, με σημάδια ακμής, χοντρά διπλεστιακά γυαλιά και αρχή φαλάκρας.

Εν πάση περιπτώσει, σκέφτηκε, όταν οι ωραίες γκόμενες θα αρχίσουν να φλερτάρουν σπασίκλες μαθηματικούς με καράφλα στο μετρό, τότε θα μιλάμε για καθαρό θαύμα.

Η Κατεχάκη ήταν έρημη εκείνη την ώρα. Κανείς επιβάτης. Η πόρτα άνοιξε κι έκλεισε, χωρίς νόημα. Προγραμματισμένα. Αυτόματα.

Ο Αντρέας φεύγοντας είχε αφήσει στο ερευνητικό κέντρο τα περισσότερα χαρτιά της δουλειάς του. Στο μυαλό του είχε μόνο τι σκατά θα ρίξει στο φούρνο μικροκυμάτων για να φάει και τι τσόντα θα έβλεπε το βράδυ για να την παίξει πριν κοιμηθεί.

Παρακαλώ προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας. Η φωνή.

Άραγε αυτή που μιλάει να είναι ωραία γκόμενα; σκέφτηκε γδύνοντας με τα μάτια του την κοπέλα, έως ότου κατάλαβε ότι γινόταν αδιάκριτος και κοίταξε την αντανάκλασή του στο τζάμι της πόρτας.

Επόμενη στάση: Πανόρμου.

 

Άδεια αποβάθρα. Οι πόρτες άνοιξαν, έκλεισαν. Το τρένο ξεκίνησε.

Στο μυαλό του Αντρέα τώρα στριφογύριζαν διάφορες εξισώσεις. Κάποια προβλήματα που είχαν δει στο Κέντρο σήμερα ήταν αρκετά δύσκολα.

Δεν ήξερε καν γιατί τα έβλεπαν.

Δεν τον ένοιαζε ιδιαίτερα. Η δουλειά του ήταν να σκέφτεται και να προτείνει λύσεις, όχι να κρίνει τον εργοδότη. Ειδικά τους μαλάκες απ' το Κέντρο. Γιατί ήταν σίγουρα μαλάκες.

Ποιος ξέρει τι ήθελαν να φτιάξουν; Τον πλήρωναν καλά για τις γνώσεις του στην τοπολογία και για τη εξειδικευμένη διατριβή του στις ιδιότητες του διαδρόμου Μόμπιους.

Ειδικά με τέτοια ανεργία, του είχε κάτσει κουτί αυτή η θέση. Και πλήρωναν καλά στο Κέντρο. Πολύ καλά. Οπότε...
Στ' αρχίδια μου...

Επόμενη στάση: Πανόρμου.

Ακόμα και οι αυτοματισμοί κάνουν λάθη μερικές φορές. 
Μπορεί να παράκουσε. Το μυαλό του είχε γίνει πουρές απ' τη σημερινή μέρα άλλωστε.

Με τον όγκο εργασίας που πρόσφερε αφειδώς το Κέντρο, ακόμη και το δικό του μυαλό μπορούσε να γίνει πουρές. Κοίταξε γύρω του, κανείς δεν είχε δώσει σημασία.
Στ' αρχίδια μου...

Το τρένο επιβράδυνε και σταμάτησε στην αποβάθρα. Μόνο που οι πόρτες στο βαγόνι δεν άνοιξαν.

Ο Αντρέας έριξε μια νωθρή ματιά έξω απ' το τζάμι της κλειστής πόρτας. Ήταν στην Πανόρμου και πουθενά δεν υπήρχε ψυχή.

Τι στον πούτσο έγινε μόλις;



Πίσω του οι πιτσιρικάδες είχαν ανασηκωθεί και κοιτούσαν απ' το παράθυρο με απορία.

Ο Πακιστανός δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα. Ούτε η κοπέλα με τα ακουστικά.

Η κυρία με το σταυρό κοιτούσε αηδιασμένη τη φρικιαστική μπλούζα του πιτσιρικά που έδειχνε έναν ξαντεριασμένο, ο οποίος αποτελούσε γεύμα για διάφορα δαιμονικά πλάσματα γύρω του.

Κόκκινο του αίματος και κίτρινο της χολής παντού. Το τρένο ξεκίνησε πάλι. Αυτόματα και προβλεπόμενα.

Επόμενη στάση: Πανόρμου. Η φωνή.

Τα παιδιά τινάχτηκαν πάνω, το ίδιο και ο Πακιστανός και η κυρία με το σταυρό. Όλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.

Ο Αντρέας άρχισε να σκέφτεται δεκάδες σκέψεις στον ελάχιστο δυνατό χρόνο. Τι είχε πάει στραβά; Έκανε νόημα στην κοπέλα με τα ακουστικά. Εκείνη τα έβγαλε και τον κοίταξε συνοφρυωμένη.

«Τι;»

«Το τρένο φτάνει συνέχεια στην ίδια στάση.»

«Τι λες; Δεν παίζει... πλάκα μου κάνεις;»

«Όχι, άκου, είναι η τρίτη φορά που φτάνουμε στην Πανόρμου.»

Όντως έτσι ακριβώς έγινε. Το τρένο σταμάτησε πάλι στην Πανόρμου. Οι πόρτες δεν άνοιξαν ούτε αυτή τη φορά.

Η κοπέλα κόλλησε την πλάτη της στον τοίχο του βαγονιού και κοίταξε τον Αντρέα με παρανοϊκό βλέμμα. Ο ένας πιτσιρικάς, -αυτός με το λιγοστό μουστάκι- κοπανούσε τώρα με τα χέρια του τα τζάμια.

Μπουπ μπουπ μπουπ μπουπ μπουπ.

«Άνοιξε! ΑΝΟΙΞΕ! Γαμώ το Χριστό σου ΑΝΟΙΞΕΕΕ!» 


Προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας, απάντησε η φωνή. Η κυρία με το σταυρό δίπλα του σηκώθηκε εξοργισμένη.

«Βούλωσ' το βρωμόπαιδο! Δε ντρέπεσαι;» Ο άλλος της αντιμίλησε κοφτερά. «Άσε μας κυρά μου. Εδώ ο κόσμος χάνεται...» 


Το τρένο ξεκίνησε πάλι ατάραχο. Αυτόματα. Προγραμματισμένα. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ακούστηκε πάλι η φωνή.

 Επόμενη στάση: όλοι το βούλωσαν Πανόρμου.

Η κοπελίτσα άρχισε να γλιστράει στον τοίχο κλαψουρίζοντας μέχρι που μετατράπηκε σε σάρκινη μπάλα με ρούχα.

Ο πιτσιρικάς μπροστά στην πόρτα άρχισε να την κλωτσάει με μίσος, ενώ το τρένο συνέχιζε την πορεία του.

Η κυρία με το σταυρό, που τον είχε στη χούφτα της τώρα, μουρμούριζε το ''πάτερ ημών'' με κλειστά τα μάτια.

Ο Πακιστανός κοιτούσε τον Αντρέα προσπαθώντας να βγάλει κάποιο νόημα. Ο Αντρέας τράβηξε το κάλυμμα απ' το κουτί αναγκαστικής διακοπής και η μολυβοσφραγίδα πετάχτηκε με ένα ηχηρό γκελ στην απέναντι πόρτα.

Ένα σφυράκι. Αυτό ήθελε. Το βαρυκεντρισμένο σφυράκι. Ο πιτσιρικάς με τη μπλούζα των Cannibal Corpse προσπαθούσε να ηρεμήσει τον φίλο του.

«Ηρέμησε... ηρέμησε ρε μαλάκα. Ηρέμησε!»

«Όχι ρε φίλε δεν ξαναγυρνάω πίσω στον πουστόγερο να πούμε... δεν ξαναπατάω σπίτι. Να πα να γαμηθεί. Τι στο διάολο, ακόμα και το τρένο συμμάχησε μαζί του; Όχι φίλε να πα να γαμηθεί!»

Το τρένο έκοψε ταχύτητα, αυτόματα και ομαλά, όπως πάντα. Ο Αντρέας σήκωσε το σφυράκι έτοιμος να σπάσει το τζάμι. Ο συρμός σταμάτησε. Οι πόρτες άνοιξαν. Το σφυράκι δεν χρειαζόταν.

Ο πιτσιρικάς πετάχτηκε έξω σα σίφουνας. Ένας και μόνο πυροβολισμός ακούστηκε. Ο σκοτεινός σταθμός φώτισε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.

Η μπλούζα του φίλου του γέμισε πραγματικό αίμα, κομμάτια από δέρμα, κόκαλα και τρίχες. Το αγόρι σωριάστηκε σε μία κόκκινη λίμνη.

Προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας.

Ο πακιστανός είχε πέσει μπρούμυτα στο πάτωμα, η κυρία με το σταυρό το ίδιο. Η κοπέλα και ο πιτσιρικάς ουρλιάζανε σ' ένα συντονισμένο ρεφρέν φρίκης. Ο Αντρέας κοιτούσε ωχρός.

Οι πόρτες έκλεισαν το ίδιο αυτόματα όπως και πριν. Προγραμματισμένα. Το τρένο ξεκίνησε.

«Ψυχραιμία.» είπε ο Αντρέας. Ήταν αδύνατον φυσικά.

 

Επόμενη στάση: Πανόρμου

«Πως θα βγούμε από δω; Τι συμβαίνει; Τι συμβαίνει; Τι συμβαίνει;» η κοπέλα φώναζε στο κέντρο του βαγονιού.

 Η κυρία με το σταυρό είχε κάτσει τώρα στα γόνατά της και έκλαιγε γοερά. «Χριστέ μου... βοήθεια... βοήθεια... Χριστέ μου...» ξανά και ξανά και ξανά.

Η κοπέλα σταμάτησε να φωνάζει και έτρεξε προς τις μεσόπορτες των βαγονιών.

«Πάω μπροστά. Πάω στον οδηγό.» είπε και άνοιξε την μεσόπορτα. Τρέχοντας διέσχισε και τα άλλα άδεια βαγόνια. Το τρένο σταμάτησε πάλι.

Η αποβάθρα αυτή τη φορά ημιφώτιστη. Το πτώμα του πιτσιρικά πουθενά. Οι πόρτες δεν άνοιξαν. Στον τοίχο κάτω απ' την φωτεινή επιγραφή Πανόρμου, κάποιος είχε γράψει με κόκκινο χρώμα -ή αίμα;- που έσταζε ακόμη.
''Προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας.''

O πιτσιρικάς με τη μπλούζα Cannibal Corpse ήταν σε κατάσταση σοκ. Κρατιόταν απ' τον κεντρικό στύλο στη μέση του βαγονιού, τρέμοντας σα ζελέ. 
Η κυρία με το σταυρό είχε πέσει σε παραλήρημα.

«Χριστέ μου... βοήθεια.... Χριστέ μου... βοήθεια... Χριστέ μου....»

Ο Πακιστανός χρειάστηκε να τη χαστουκίσει δυο φορές για να συνέλθει.

«Μη μ' ακουμπάς βρωμιάρη... παλιολεχρίτη! Αντίχριστε!» τον απόδιωξε και τον χτύπησε με την τσάντα της. Αυτός απομακρύνθηκε τρομαγμένος και έπεσε πάνω στον Αντρέα.

«Πως σε λένε ρε;»

«Αλί...»

«Μιλάς ελληνικά;»

«Ναι, λίγκο»

«Άκου... άκου, είμαι μαθηματικός. Ξέρεις τι είναι αυτό;»

«Ναι, πίσω Πακιστάν κι εγκώ μαθηματικό είμαι...» Δεν πρόλαβε να εκπλαγεί, το τρένο είχε ήδη ξεκινήσει.

«Άκου Αλί, υπάρχει ένα σχήμα εδώ. Θέλω να με βοηθήσεις, έχεις ρολόι;»

«Έκω...» είπε και έδειξε μία φτηνή απομίμηση στον καρπό του.

«Μια χαρά, μας κάνει. Κράτα χρόνο. Θέλω να θυμάσαι κάθε πόσα λεπτά κάνει στάση το τρένο. Και 5 και 7, το 'πιασες;» Ο Αλί έγνεψε.

«Οι υπόλοιποι μην κάνετε καμιά μαλακία! Και συ κυρά μου ηρέμησε, δεν θα κατέβει ο Θεός να σε βοηθήσει τώρα.»

 

Επόμενη στάση: Πανόρμου. Επόμενη στάση: Πανόρμου Επόμενη στάση: Πανόρμου. Συνέχεια... υπνωτικά, η επόμενη στάση ήταν πάντα: Πανόρμου.

Ανά τρεις στάσεις η πόρτα άνοιγε. Και όταν άνοιγε πάντα υπήρχε κάτω απ' την πινακίδα κάτι γραμμένο με αίμα.

Προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας.

Μία άλλη προειδοποιούσε:

Προσοχή στο συρμό μεταξύ κενού και αποβάθρας.

Είχαν χιούμορ. Όποιος το κανε όλο αυτό, είχε χιούμορ.

Ελπίζω να έχει και σύφιλη, σκέφτηκε ο Αντρέας

«Εσύ γκιατί το κάνεις αυτό;» ρώτησε ο Αλί σε κάποια φάση που το τρένο ήταν εν κινήσει.

 Η κυρία με το σταυρό είχε ακουμπήσει το κούτελο της στο πάτωμα και προσευχόταν, ο πιτσιρικάς είχε καθίσει σε μία γωνία με το κεφάλι χωμένο ανάμεσα στα πόδια του και έκλαιγε με αναφιλητά.

«Δεν ξέρω φίλε...» είπε ο Αντρέας. Έλεγε ψέματα. «Κάθε τρεις στάσεις οι πόρτες ανοίγουν... και ο τελευταίος που βγήκε έφαγε μια σφαίρα στο κεφάλι. Πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να φύγουμε από δω μέσα.»

Η κοπέλα που είχε πάει να βρει τον οδηγό δεν είχε επιστρέψει ακόμα. «Πρέπει να δοκιμάσω να πετάξω κάτι έξω, την επόμενη φορά που θ' ανοίξει. Ίσως να είναι όπλα με ανιχνευτή κίνησης ή κάτι τέτοιο...»

Ο Αλί κοίταξε γύρω του. Είδε μόνο δύο ανθρώπους.

Η κυρία είχε μία δερμάτινη τσάντα μαζί της.

Την πλησίασε και την άρπαξε απ' τα χέρια της. Εκείνη σηκώθηκε αμέσως. Αντέδρασε βίαια με βρισιές, κλωτσιές και προσβολές.

Ο Αντρέας πήγε να τους χωρίσει ενστικτωδώς. Ήθελε απλώς να φύγει από κει μέσα όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Δεν είχε καμία όρεξη να του φυτέψουν καμιά σφαίρα στο κεφάλι.

Επόμενη στάση: Πανόρμου

Κάθε τρεις φορές η πόρτα ανοίγει.

Τα ματωμένα γράμματα

Προσοχή στο συρμό μεταξύ κενού και αποβάθρας

Ο διάδρομος μόμπιους

Άπειρη επανάληψη

Θα πεθάνω εδώ μέσα.

Άπειρη επανάληψη

Θα πεθάνω.

Το Κέντρο.

 

Η κυρία με το σταυρό τράβηξε την τσάντα απ' τα χέρια του Αλί και με μία αποφασιστική κίνηση του την κοπάνησε στα μούτρα με άνιση δύναμη. Ακούστηκε ένας χαρακτηριστικός μεταλλικός ήχος αναμεμειγμένος με τη φυσική ανταπόκριση της σάρκας.

Ο Αλί πέθανε ακαριαία απ' το χτύπημα, διαπίστωσε ο Αντρέας ελέγχοντας το σφυγμό και τον σπασμένο λαιμό του.

Η κυρία με το σταυρό άνοιξε την τσάντα και από μέσα εμφάνισε ένα γκρίζο colt με σιγαστήρα.

Το άδειασε απαθέστατα πάνω στον πιτσιρικά με τη μπλούζα των Cannibal Corpse, έως ότου δεν απέμεινε τίποτα, παρά μόνο ένας ματωμένος σωρός από τζιν και μαύρο ύφασμα.

Έπειτα γύρισε στον Αντρέα, έβαλε το όπλο στην τσάντα της, την ακούμπησε μεθοδικά στο πάτωμα, ξεκρέμασε το σταυρό και τον έβαλε στην τσέπη της.

Τώρα ήταν απλώς μία κυρία με μαύρο ζιβάγκο.

«Καλώς, κύριε Κριεζιώτη. Τα πήγατε θαυμάσια.» Το τρένο επιβράδυνε έως ότου σταμάτησε στη μέση ενός σκοτεινού τούνελ. Δεν ήταν η Πανόρμου.

Ήταν στο βοηθητικό δίκτυο, σε μία αποβάθρα συντήρησης.

Οι πόρτες του συρμού άνοιξαν και η μηχανή έσβησε.

Ησυχία. Επιτέλους ησυχία. Όχι άλλο επόμενη στάση: Πανόρμου, ούτε η καριόλα η μετρογκόμενα.

Ο Αντρέας κοιτούσε την κυρία με το μαύρο ζιβάγκο αμίλητος. Ψυχικά νεκρός. Πιο νεκρός απ' τον Αλί και τους υπόλοιπους.

«Η κοπέλα; Τι απέγινε η κοπέλα;» είπε τελικά.

«Μη νοιάζεστε. Υπόθεση του Κέντρου, κύριε Κριεζιώτη. Εσάς το Κέντρο σας πληρώνει για να σκέπτεστε... με εχεμύθεια. Ελάτε.»

Είπε η κυρία με το μαύρο ζιβάγκο και πρόσθεσε καθώς έβγαινε, «Παρακαλώ, προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας.»


Κώστας Ζαφειρίου
Librotto.