Φωτογραφικό ταξίδι στον χρόνο: Περπατώντας στην αρχαία Αθήνα


Μια βόλτα στον χρόνο,περπατώντας στο κέντρο της Αθήνας. Ξεκινάμε την περιήγηση μας από το μοναστηράκι, από τον αρχαιολογικό χώρο έξω από το σταθμό του ηλεκτρικού, και κατευθυνόμαστε προς την ρωμαϊκή αγορά, την στοά του αττάλου και το μουσείο εκεί, στην συνέχεια  ανηφορίζουμε στο Παρθενώνα.



Η Αρχαία Αγορά της Αθήνας είναι ο ανοικτός χώρος που βρίσκεται εγγύτατα και βορειοδυτικά της Ακρόπολης. Στην αρχαιότητα αποτελούσε διοικητικό, φιλοσοφικό, εκπαιδευτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και κυρίως το οικονομικό κέντρο της πόλης.



Στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. ιδρύθηκε στα βορειοδυτικά του Ιερού Βράχου της Ακροπόλεως, ανάμεσα στους λόφους του Αρείου Πάγου και του Αγοραίου Κολωνού, η Αγορά των Αθηνών, η οποία για τους επόμενους τέσσερις τουλάχιστον αιώνες αποτέλεσε το κέντρο της πόλης των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων.

Σ' αυτήν ανεγέρθηκαν τα σημαντικότερα δημόσια κτήρια και ιερά του άστεως και αναπτύχθηκε έντονη διοικητική, πολιτική, δικαστική, εμπορική, κοινωνική, πολιτιστική και θρησκευτική δραστηριότητα. Η αλληλουχία των οικοδομημάτων της Αγοράς μέσα στο χρόνο αντικατοπτρίζει την εξελικτική πορεία του δημοκρατικού πολιτεύματος στους πέντε αιώνες ύπαρξης της πόλεως-κράτους.
 


Τα πρώτα ίχνη της κατοίκησης του ανθρώπου στον ευρύτερο χώρο της Αγοράς χρονολογούνται στην Ύστερη Νεολιθική εποχή (περ. 3000π.Χ.) και συνίστανται σε όστρακα χειροποίητων αγγείων που βρέθηκαν σε φρέατα και λάκκους.

 Κατά τις δύο επόμενες περιόδους, την Ύστερη Ελλαδική ή Μυκηναϊκή (1550-1100 π.Χ.) και την Εποχή του Σιδήρου (1.100-700π.Χ.) στην περιοχή εκτείνεται ένα νεκροταφείο, με θολωτούς και θαλαμωτούς τάφους στην πρώτη, με καύσεις και ενταφιασμούς στη δεύτερη. Παράλληλα αναπτύσσεται ένα μικρός γεωμετρικός οικισμός.




Tον 6ο αι. π.Χ. η πολιτεία με εκτεταμένες διαμορφώσεις μετέτρεψε τον χώρο αυτόν από ιδιωτικό σε δημόσιο για να φιλοξενήσει την Αγορά της πόλης. Τα πρώτα δημόσια κτήρια, η Νοτιανατολική Κρήνη και ο Βωμός των 12 Θεών, εμφανίστηκαν το 520 π.Χ., εποχή της τυραννίδας των Πεισιστρατιδών.

Με την αλλαγή του πολιτεύματος και πάλι σε δημοκρατικό, το 508/7π.Χ. ξεκίνησε η έντονη οικοδομική δραστηριότητα στην Αγορά. Πρώτα κατασκευάστηκαν το Παλαιό Βουλευτήριο για τη νέα Βουλή και η Βασίλειος Στοά, έδρα του Άρχοντα Βασιλέα. Τοποθετήθηκαν επίσης οι δύο λίθινοι όροι στη νοτιοδυτική της γωνία για να σημάνουν τον ιερό χώρο.




Αυτοκράτορας Ανδριανός 

Ο μεγαλύτερος ευεργέτης της Αθήνας υπήρξε ο αυτοκράτορας Αδριανός ο οποίος επέκτεινε την πόλη κατά 2.200 στρέμματα προς τα δυτικά (στην περιοχή του Συντάγματος). Κατασκεύασε πλήθος οικοδομημάτων σε όλη την πόλη. Το σημαντικότερο από τα έργα που πραγματοποίησε ήταν η ολοκλήρωση του ναού του Ολυμπίου Διός.

Ο ίδιος ο αυτοκράτορας εγκαινίασε τον ναό το 131μ.Χ. και προς τιμήν του, οι Αθηναίοι ανήγειραν την αψίδα δίπλα στο ναό, τη γνωστή σήμερα ως “Πύλη του Αδριανού”. Κατασκεύασε επίσης τη βιβλιοθήκη, μέρος της οποίας διατηρείται ακόμα σε καλή κατάσταση στο Μοναστηράκι, και τέλος, το Πάνθεον και το Πανελλήνιον, ιερά τα οποία δεν έχουν εντοπιστεί με βεβαιότητα. Ο Αδριανός, εκτός από τα μνημεία έδωσε μεγάλη σημασία στην ύδρευση της πόλης και κατασκεύασε ένα υδραγωγείο που ήταν ακόμα σε χρήση μέχρι και τον 19ο αιώνα

 



Ναός του Ηφαίστου (Ηφαιστείον)

Ο Ναός του Ηφαίστου, γνωστός σήμερα ως Θησείο, είναι ο καλύτερα σωζόμενος αρχαίος ελληνικός ναός. Η κατασκευή του ξεκίνησε το 449 π.Χ. και ολοκληρώθηκε το 444 π.Χ..

Είναι δωρικός περίπτερος εξάστυλος με 13 κίονες σε κάθε μακριά πλευρά. Είναι κατασκευασμένος από πεντελικό μάρμαρο ίσως από τον αρχιτέκτονα Ικτίνο. Ήταν σχεδόν πανομοιότυπος με με τον ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο, τον ναό του Άρη στις Αχαρνές (και μετέπειτα στην Αθήνα) και τον ναό της Νέμεσης στη Ραμνούντα. Πρόκειται για τέσσερις ναούς που χτίστηκαν την ίδια περίοδο, μέρος προφανώς ενός συγκεκριμένου οικοδομικού προγράμματος.





ΒΩΜΟΣ ΔΙΟΣ ΑΓΟΡΑΙΟΥ


Ο κομψός μαρμάρινος ναός που ενδεχόμενα ανήκε στη λατρεία του Διός Αγοραίου μεταφέρθηκε στην Αγορά, μαζί με τρία ναϊκά οικοδομήματα, κατά την Πρώιμη Αυτοκρατορική περίοδο, από άγνωστο σημείο της Αττικής. Η αρχική κατασκευή του ανάγεται στον 4ο αι. π.Χ.




Λίθινη στήλη (όρος) με την επιγραφή 
ΗΟΡΟΣ ΕΙΜΙ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ 
(είμαι το ορόσημο της Αγοράς) 
Χρονολογείται γύρο στο 500 π.Χ. 
και εκτίθεται στο σημείο που βρέθηκε, μπροστά από την Θόλο

Στην Αθήνα, όπως και στις άλλες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας, η Αγορά ήταν το κέντρο της δημόσιας ζωής. Εδώ είχαν την έδρα τους οι διοικητικές, δικαστικές, οικονομικές και θρnσκευτικές αρχές της πόλης. Παράλληλα ήταν το κέντρο των εμπορικών δραστηριοτήτων και της κοινωνικής ζωής.

Το εύστοχο σχόλιο του κωμικού ποιητή Εύβουλου περιγράφει τέλεια την πσλύπλευρη λειτουργία του χώρου και τον τρόπο με τον οποίο εμπλέκονταν η πολιτική ζωή της πόλης με την εμπορική κίνηση.

Όλα πουλιούνται μαζί στον ίδιο τόπο της Αθήνας: σύκα, κλητήρες, σταφύλια, ραπανάκια, αχλάδια, μήλα, μάρτυρες, ρόδα, μούσμουλα, τροχανάς, κερήθρες, ρεβίθια, δίκες, πηγμένο πρωτόγαλα, μύρτα, κλnρωτέριο, υάκινθοι, αρνιά, κλεψύδρες, νόμοι, μnνύσεις...

(Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, XIV, 640 b-c)






ΟΙΚΙΑ ΤΟΥ ΣΙΜΩΝΟΣ

Η ταπεινή οικία που βρισκόταν στη νοτιοδυτική γωνία της Αγοράς της Αθήνας ταυτίστηκε, χάρη σε ένα κύπελλο που είχε χαραγμένη μια επιγραφή στο πόδι του, με το εργαστήριο του περίφημου Σίμωνα του τσαγκάρη, φίλου του Σωκράτη, ο οποίος συνήθιζε να συχνάζει εκεί και να διδάσκει.

Χρονολόγηση κατασκευής: Tέλη 6ου αι. π.Χ. Ανακατασκευάζεται τον 5o αι. π.Χ.




Στο χώρο της Αγοράς της Αθήνας υπάρχει ένας εκτεταμένος αριθμός ταφών (16ος-14ος αι.) Συνολικά έχουν ανασκαφεί 41 τάφοι στο μυκηναϊκό νεκροταφείο του χώρου αυτού, εκ των οποίων οι 21 ήταν θαλαμωτοί και εξυπηρετούνταν από ξεχωριστό δρόμο.

Οι λακκοειδείς τάφοι είναι επίσης σχετικά δημοφιλείς, αφού εντοπίζουμε 12. Οι θαλαμωτοί τάφοι της Αγοράς ήταν μικροί σε μέγεθος, κυρίως εξαιτίας του σκληρού βράχου στον οποίο έπρεπε να σκαφτούν. Σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρχαν πολλαπλές ταφές: αξιοσημείωτος είναι ο τάφος VII, ο οποίος περιείχε 25 ταφές και πολλά πλούσια κτερίσματα, σε χώρο μόλις 5,5 τ.μ. Οι περισσότερες ταφές ήταν του ίδιου τύπου: ο νεκρός τοποθετείται κοντά στην είσοδο του θαλάμου, είτε σε εκτεταμένη είτε σε συνεσταλμένη στάση. 

Στους λακκοειδείς τάφους απαντούν και άλλοι τύποι ταφών (μέσα σε μικρά ξύλινα φέρετρα, κενοτάφια, τάφοι παιδιών κ.λπ.). Οι ενήλικοι που θάβονταν σε λάκκους ανήκαν προφανώς στα κατώτερα στρώματα της κοινωνικής τάξης, καθώς τους συνόδευαν ελάχιστα κτερίσματα.

Εκτός των ταφών, στο χώρο της Αγοράς υπάρχουν πολυάριθμα πηγάδια με μυκηναϊκή κεραμική, ενώ βρέθηκαν και ίχνη δρόμων στη ΒΔ γωνία της Αγοράς, στην περιοχή της Θόλου, στα δυτικά και στην περιοχή της Νότιας Πλατείας. Οι δρόμοι αυτοί χρονολογούνται σε γενικές γραμμές στη Νεολιθική ή την Πρώιμη Ελλαδική περίοδο, αλλά υπάρχουν ενδείξεις χρήσης τους και κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο.



ΣΤΡΑΤΗΓΕΙΟΝ


Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του αθηναϊκού κράτους ήταν το στρατιωτικό. Ο στόλος στεγαζόταν στα λιμάνια του Πειραιώς υπό την γενική εποπτεία του σώματος της Βουλής, ενώ του πεζικού ηγείτο ο πολέμαρχος, τρίτος τη τάξει αξιωματούχος της πόλης μετά τον επώνυμο άρχοντα και τον άρχοντα βασιλέα, μαζί με δέκα στρατηγούς (έναν από καθεμιά από τις 10 φυλές των Αθηνών).

Οι στρατηγοί είχαν την έδρα τους σε ένα κτίριο γνωστό ως «Στρατηγείον», το οποίο βρισκόταν πλησίον της Αγοράς ή εντός αυτής, Μία σειρά επιγραφών προς τιμήν στρατιωτικών αξιωματούχων, που, σύμφωνα με τις παραδιδόμενες πληροφορίες, είχαν στηθεί μπροστά από το Στρατηγείον, βρέθηκαν κοντά στην νοτιοδυτική γωνία της Αγοράς.









ΣΤΟΑ ΑΤΤΑΛΟΥ

Η Στοά του Αττάλου είναι το λαμπρότερο ελληνιστικό κτήριο της Αγοράς και το μόνο που αναστηλώθηκε με σχεδόν αποκλειστικά σύγχρονο δομικό υλικό στις μέρες μας. Στεγάζει το Μουσείο του αρχαιολογικού χώρου της Αγοράς.

Το κτήριο ήταν μια μεγαλόπρεπη διώροφη στοά περγαμηνού τύπου, η οποία δέσποζε στην ανατολική πλευρά της Αγοράς και πρόσφερε ανάπαυση στους επισκέπτες, ενώ στέγαζε και μια σειρά καταστημάτων.
Χρονολόγηση κατασκευής: περίπου 150 π.Χ.



Το Μουσείο της Αρχαίας Αγοράς στεγάζεται στο αναστηλωμένο κτήριο της Στοάς Αττάλου το οποίο χρονολογείται στο 2ο αι. π.Χ. και ήταν δώρο του βασιλιά της Περγάμου Αττάλου ΙΙ στους Αθηναίους.




Η έκθεση του Μουσείου περιλαμβάνει ευρήματα των ανασκαφών της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αρχαία Αγορά που χρονολογούνται από τους νεολιθικούς χρόνους μέχρι την μεταβυζαντινή εποχή και την εποχή της Τουρκοκρατίας.

Η έκθεση είναι οργανωμένη σε χρονολογικές και θεματικές ενότητες και παρέχει σημαντικές πληροφορίες για τον ιδιωτικό και τον δημόσιο βίο των αρχαίων Αθηναίων.

 


Τα αρχαιότερα εκθέματα, αγγεία, ειδώλια, όπλα και όστρακα κεραμικής, ανάγονται στους νεολιθικούς χρόνους, την πρώιμη και την μέση εποχή του χαλκού, την μυκηναϊκή και την γεωμετρική εποχή και προέρχονται κυρίως από αβαθή φρέατα και ταφές που ερευνήθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Αγοράς.

 


Τα σημαντικότερα εκθέματα του Μουσείου, σχετίζονται με τις λειτουργίες του Αθηναϊκού Δημοκρατικού πολιτεύματος και χρονολογούνται στους κλασικούς, υστεροκλασικούς χρόνους.

Ανάμεσα τους συγκαταλέγονται: πήλινα δημόσια μέτρα, χάλκινα επίσημα σταθμά, τμήμα μαρμάρινου κληρωτηρίου, χάλκινα δικαστικά πινάκια, μία πήλινη κλεψύδρα, χάλκινες δικαστικές ψήφοι, και όστρακα οστρακισμού με χαραγμένα τα ονόματα γνωστών στρατηγών και πολιτικών ανδρών της αρχαιότητας.

 


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μαρμάρινο ψηφισματικό ανάγλυφο με παράσταση του Δήμου και της Δημοκρατίας και χαραγμένο ψήφισμα της Εκκλησίας του Δήμου κατά της τυραννίας.

Σημαντική ενότητα αποτελούν τα ερυθρόμορφα και μελανόμορφα αγγεία, πολλά έργα γνωστών αγγειογράφων και τα σκεύη καθημερινής χρήσης, οι λύχνοι τα ειδώλια και λιγοστά κοσμήματα και νομίσματα. Την έκθεση συμπληρώνουν γλυπτά μικρών διαστάσεων, τα οποία αντιγράφουν έργα γνωστών καλλιτεχνών της αρχαιότητας και μαρμάρινα εικονιστικά πορτραίτα ρωμαϊκών χρόνων.

 


Τα γλυπτά οργανώθηκαν στις ακόλουθες εκθεσιακές ενότητες:

1. Ιδεαλιστικές μορφές θεών και κοινών θνητών. Η ενότητα περιλαμβάνει έργα υστεροκλασικών-ελληνιστικών χρόνων του 4ου και 3ου αι. π.Χ.

2. Τα αθηναϊκά εργαστήρια αναπαράγουν κλασικά έργα. Στην ενότητα αυτή εκτίθενται ρωμαϊκά αντίγραφα κλασικών έργων του 1ου -2ου αι. μ.Χ.

3. Ρωμαϊκά πορτραίτα του 1ου- 2ου αι. μ.Χ. Στην ενότητα αυτή παρουσιάζονται πορτραίτα πλούσιων αστών της Αθήνας, οι οποίοι εικονίζονται κατά τα αυτοκρατορικά πρότυπα.

4. Η πόλη τιμά τους δημόσιους λειτουργούς. Η μικρή αυτή ομάδα περιλαμβάνει πορτραίτα δημόσιων λειτουργών και κοσμητών στον τύπο της ερμαϊκής στήλης τα οποία χρονολογούνται στον 2ο και 3ο αι. μ.Χ.

5. Ρωμαϊκά πορτραίτα του 3ου αι. μ.Χ. Στην ενότητα εκτίθενται πορτραίτα ιδιωτών και επιφανών πολιτών της ρωμαϊκής Αθήνας.

6. Συλλογές γλυπτών που κοσμούν τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια της ύστερης αρχαιότητας. Στην ενότητα αυτή παρουσιάζεται ένα σημαντικό τμήμα της συλλογής των γλυπτών της Οικίας Ω, έργα από την οποία εκτίθενται και στο ισόγειο της Στοάς.

 



Ωδείο Ηρώδου Αττικού

Το περίφημο Ωδείο του Ηρώδη του Αττικού δεσπόζει στο δυτικό άκρο της Νότιας Κλιτύος της Ακρόπολης.  Οικοδομήθηκε κατά τη διάρκεια του 2ου αι. μ.Χ., με χρήματα που προσέφερε ο Τιβέριος Κλαύδιος Αττικός Ηρώδης, γνωστός γόνος μεγάλης αθηναϊκής οικογένειας και ευεργέτης, σε ανάμνηση της συζύγου του Ρήγιλλας, που πέθανε το 160 μ.Χ.

Δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονολογία της κατασκευής του, αλλά είναι σίγουρο ότι αυτό συνέβη ανάμεσα στην χρονολογία θανάτου της Ρήγιλλας και το 174 μ.Χ., χρονολογία της επίσκεψης στην Αθήνα του περιηγητή Παυσανία, ο οποίος αναφέρεται στο μνημείο με ιδιαίτερο θαυμασμό.




Κάτω από την Ακρόπολη υπάρχουν υπόγειες δίοδοι οι οποίες καταλήγουν σε πολλά σημεία της Αττικής. Αν και η πρόσβαση σήμερα σε τέτοιες στοές είναι πολύ δύσκολη, σε άλλες εποχές κάτι τέτοιο δεν ίσχυε και έτσι έχουμε διάφορες μαρτυρίες οι οποίες μας μιλούν για ένα εκτεταμένο δίκτυο στοών στην Αττική με κέντρο την Ακρόπολη.

Μία αρχαία αναφορά που αποκαλύπτει όχι απλά ότι υπήρχαν στοές κάτω από την Ακρόπολη, αλλά και πως – τότε τουλάχιστον – υπήρχε υπόγεια επικοινωνία με κάποιο παραθαλάσσιο μέρος, είναι αυτή του Παυσανία του περιηγητή που έζησε τον 2ο μετά Χριστόν αιώνα.

Έγραψε λοιπόν ο Παυσανίας: «ἔστι δὲ καὶ οἴκημα Ἐρέχθειον καλούμενον· πρὸ δὲ τῆς ἐσόδου Διός ἐστι βωμὸς Ὑπάτου, ἔνθα ἔμψυχον θύουσιν οὐδέν, πέμματα δὲ θέντες οὐδὲν ἔτι οἴνῳ χρήσασθαι νομίζουσιν.

ἐσελθοῦσι δέ εἰσι βωμοί, Ποσειδῶνος, ἐφ᾽ οὗ καὶ Ἐρεχθεῖ θύουσιν ἔκ του μαντεύματος, καὶ ἥρωος Βούτου, τρίτος δὲ Ἡφαίστου· γραφαὶ δὲ ἐπὶ τῶν τοίχων τοῦ γένους εἰσὶ τοῦ Βαυταδῶν καὶ —διπλοῦν γάρ ἐστι τὸ οἴκημα—[καὶ] ὕδωρ ἐστὶν ἔνδον θαλάσσιον ἐν φρέατι. τοῦτο μὲν θαῦμα οὐ μέγα· καὶ γὰρ ὅσοι μεσόγαιαν οἰκοῦσιν, ἄλλοις τε ἔστι καὶ Καρσὶν Ἀφροδισιεῦσιν· ἀλλὰ τόδε φρέαρ ἐς συγγραφὴν παρέχεται κυμάτων ἦχον ἐπὶ νότῳ πνεύσαντι. καὶ τριαίνης ἐστὶν ἐν τῇ πέτρᾳ σχῆμα· ταῦτα δὲ λέγεται Ποσειδῶνι μαρτύρια ἐς τὴν ἀμφισβήτησιν τῆς χώρας φανῆναι.» (Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, 26,)





Η Ακρόπολη Αθηνών είναι βραχώδης λόφος ύψους 156 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας και 70 μ. περίπου από το επίπεδο της πόλης της Αθήνας. Η κορυφή του έχει σχήμα τραπεζοειδές μήκους 300 μ. και μέγιστου πλάτους 150 μ. Ο λόφος είναι απρόσιτος απ’ όλες τις πλευρές εκτός της δυτικής, όπου και βρίσκεται η οχυρή είσοδος, η διακοσμημένη με τα λαμπρά Προπύλαια.




Διαπιστώθηκε ότι ο λόφος ήταν κατοικημένος από την 3η χιλιετία π.Χ.. Εκεί υπήρχε συνοικισμός καθώς επρόκειτο για φυσικό οχυρό, με πρόσβαση μόνο από τη δυτική πλευρά, ενώ η επάνω επιφάνεια του λόφου ήταν αρκετά πλατιά ώστε να μπορεί να κατοικηθεί, στις δε πλαγιές υπήρχαν υδάτινες πηγές. Ο Θουκυδίδης μάλιστα γράφει ότι «ἡ Ἀκρόπολις ἡ νῦν οὖσα πόλις ῆν»




Η παράδοση λέει ότι ο άρχοντας που ένωσε τους συνοικισμούς της Αττικής ήταν ο Θησέας. Το γεγονός αυτό τοποθετείται στο δεύτερο ήμισυ της δεύτερης προ Χριστού χιλιετίας. Ο κίνδυνος εχθρικών επιδρομών ανάγκασε τον ηγεμόνα αυτό να οχυρώσει την Ακρόπολη με ένα τείχος από μεγάλες πέτρες, το γνωστό αργότερα ως Κυκλώπειο Τείχος.



Κατά τη μυθολογία στο σημείο αυτό έγινε η φιλονικία της Αθηνάς και του Ποσειδώνα για την κυριαρχία της πόλης. Ο θεός της θάλασσας Ποσειδώνας χτύπησε το βράχο με την τρίαινα και ξεπήδησε θαλασσινό νερό. Με τη σειρά της η Αθηνά χτύπησε με το δόρυ της και φύτρωσε η ελιά.

Οι θεοί που ήταν κριτές έδωσαν τη νίκη στην Αθηνά. Οι Αθηναίοι όμως θέλοντας να συμβιβάσουν τους δύο αντίπαλους θεούς τούς αφιέρωσαν από ένα ιερό κάτω από την ίδια στέγη. Έτσι χτίστηκε το πιο ιδιόμορφο από τα οικοδομήματα της Ακρόπολης από άποψη αρχιτεκτονικού σχεδίου.

Στο σημείο αυτό κατά τη μυθολογία είχε την κατοικία του ο βασιλιάς Ερεχθέας, που αργότερα ταυτίστηκε με τον Ποσειδώνα. Γι’ αυτό και ο ναός πήρε το όνομά του από το μυθολογικό αυτό βασιλιά της Αθήνας. Ο ναός χτίστηκε μεταξύ 425 και 406 π.Χ. με σχέδια του αρχιτέκτονα Καλλίμαχου και είναι ένα από τα αριστουργήματα του ιωνικού ρυθμού.



Εσωτερικά ο ναός ήταν χωρισμένος σε δύο μέρη. Το ανατολικό μέρος προς την πρόσοψη ήταν της Αθηνάς, το άλλο του Ποσειδώνα. Στο ιερό της Αθηνάς βρισκόταν το ξόανό της, ένα άγαλμά της δηλαδή κατασκευασμένο από ξύλο ελιάς, για το οποίο πίστευαν ότι είχε πέσει από τον ουρανό.

Στο ιερό του Ποσειδώνα, όπου κατεβαίνει κανείς με δώδεκα σκαλοπάτια, η ξηλωμένη σ’ ένα σημείο στέγη και οι τρεις τρύπες στο βράχο του δαπέδου, προκλήθηκαν από το χτύπημα της τρίαινας του θεού, όπως πίστευαν οι αρχαίοι.

Το πιο γνωστό όμως μέρος του Ερεχθείου είναι η «Πρόστασις των Κορών», οι περίφημες Καρυάτιδες. Πρόκειται για ένα σκεπαστό μπαλκόνι, του οποίου η στέγη στηρίζεται όχι σε κίονες, αλλά σε έξι αγάλματα Κορών εξαιρετικής τέχνης.


Ο Παρθενώνας είναι το μεγαλύτερο και πιο επίσημο οικοδόμημα της Ακρόπολης και συγκεντρώνει τον θαυμασμό όλου του κόσμου αιώνες τώρα. Οι εργασίες για την ανέγερση του ολομάρμαρου αυτού ναού της Αθηνάς άρχισαν το 447 π.Χ. υπό τη διεύθυνση των αρχιτεκτόνων Ικτίνου και Καλλικράτη. 

Ο ναός ολοκληρώθηκε το 438 π.Χ. και κατά τα Παναθήναια του επόμενου χρόνου αφιερώθηκε στην πολιούχο θεά. Παρ' όλα αυτά οι εργασίες συνεχίστηκαν μέχρι το 432 π.Χ.

Είναι ναός δωρικού ρυθμού περίπτερος με οκτώ κίονες στις στενές και δεκαεπτά στις μακριές πλευρές. Οι κίονες έχουν ύψος 10,5 μ. και πάνω τους στηρίζεται ο θριγκός (επιστύλια), οι μετόπες, τα τρίγλυφα, τα γείσα και τα αετώματα.

Ο σηκός ήταν χτισμένος ολόκληρος με μαρμάρινες πέτρες σε οριζόντιες σειρές και σε καθεμία στενή πλευρά είχε από έξι δωρικούς κίονες, οι οποίοι τον χώριζαν σε δύο μέρη: τον κυρίως ναό και τον οπισθόδομο. Η ζωφόρος στους τοίχους του σηκού είχε παραστάσεις της πομπής των Παναθηναίων.



Επί της εποχής του Πεισιστράτου στην Ακρόπολη υπήρχαν πολλά αγάλματα, χάλκινα ή μαρμάρινα, αγγεία κ.λπ. που τα αφιέρωναν οι πολίτες στην Αθηνά



1941: Γλέζος και Σάντας κατεβάζουν τη σβάστικα από την Ακρόπολη

Στις 30 Μαΐου του 1941, δύο φοιτητές, ο Μανώλης Γλέζος και ο Απόστολος (Λάκης) Σάντας πηγαίνουν στην Μπενάκειο Βιβλιοθήκη, βρίσκουν και μελετούν όλα τα σχεδιαγράμματα της Ακρόπολης.

Όταν θα κατεβάσουν τη γερμανική σημαία από τον ιερό βράχο, θα αφήσουν επίτηδες επάνω στον ιστό τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα για να μην κατηγορηθούν οι Έλληνες φύλακες.


Η υποστολή της σβάστικας από την Ακρόπολη αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη αντιστασιακή πράξη στην κατεχόμενη Αθήνα, μία ενέργεια με συμβολικό χαρακτήρα, αλλά τεράστια απήχηση στο ηθικό των δοκιμαζόμενων Ελλήνων. Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς ιδρύθηκαν οι δύο μεγάλες αντιστασιακές οργανώσεις ΕΑΜ και ΕΔΕΣ.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Μανώλης Γλέζος συνελήφθη τρεις φορές από τους Γερμανούς, φυλακίστηκε και κατόρθωσε να δραπετεύσει, ενώ ο Λάκης Σάντας ξέφυγε από τους διώκτες του και κατετάγη στον ΕΛΑΣ.






Αποστολή - Φωτογραφίες: Χάρης Ντάκουλας