Συνέντευξη με τους “Αδιέξοδο”


Παραχωρήθηκε από τον Σωτήρη Θεοχάρη στον Αντρέα Σεϊντή (2011).


-Πώς δημιουργήθηκαν οι «Αδιέξοδο», τί στόχους είχαν και τί συνθήκες επικρατούσαν τότε;

Από μια τυχαία συνάντηση στο «dragon fly» στην Ακαδημίας, τέλη του ‘82, όπου συχνάζαμε για ένα διάστημα, γιατί είχε βίντεο-προβολές και έβαζε punk και new wave.
Μια μέρα βρεθήκαμε με τον Δημήτρη Σπυρόπουλο και μιας και οι δυο ψάχναμε τότε να φτιάξουμε μπάντα, δεν είπαμε πολλά, το αποφασίσαμε αμέσως!
Μετά από καμιά βδομάδα εκείνος έφερε τον Στάθη Παπανδρέου που έπαιζε τύμπανα και εγώ τον Μίμη Αλιμπράντη που έπαιζε μπάσο, στο σπίτι του Θοδωρή Ηλιακόπουλου από τη «Γενιά Του Χάους», όπου και είχαν ξεκινήσει μερικούς μήνες πριν οι «Γενιά» να προβάρουν και απλά αρχίσαμε να παίζουμε.

Το πρώτο κομμάτι που γράφτηκε επί τόπου, πάνω σε μια ιδέα του Δημήτρη και σε μερικούς στίχους που μου ήρθαν εκείνη τη στιγμή ήταν το «Χωρίς εκλογή». Αυτή είναι και η πρώτη σύνθεση των ΑΔΙΕΞΟΔΟ.

Κανείς μας δεν ήξερε καλά-καλά να παίζει και έτσι η μπάντα ξεκίνησε από τα στοιχειώδη, όμως ο ήχος ήταν εξ αρχής «πρωτότυπος». Μας άρεσε και αποφασίσαμε να λεγόμαστε «ΑΔΙΕΞΟΔΟ». 
Η ιδέα για το όνομα ήταν δική μου και του Δημήτρη, όταν είδαμε ένα σήμα τροχαίας – «αδιέξοδο» σε κάποιο στενό, καθώς ψάχναμε να βρούμε το σπίτι του Θοδωρή και ενώ συζητάγαμε για πιθανά ονόματα, μας ήρθε ταυτόχρονα η ιδέα. Την επόμενη μέρα κανονίσαμε να παίζουμε σε ένα προβάδικο στου Γκύζη.

Με όργανα φτηνιάρικα και δανικά, προβάδικο για μπουζουξήδες, με ενισχυτές πανηγυριώτικους με ηχομόνωση αυγοθήκες κλπ. Στη δεύτερη πρόβα μας έδιωξαν από το «προβάδικο» γιατί διαμαρτυρήθηκε η γειτονιά.
Στη συνέχεια αλλάξαμε διάφορα μέλη, ο Μίμης μπάρκαρε και στο μπάσο πέρασε η Μαρία Βασιλάκη, μετά ο Ντίνος Ζούμπερης και τέλος ο Νίκος Χαραλαμπόπουλος και στα ντράμς ήρθε ο Γιάννης Βεναρδής. Η σύνθεση με το Νίκο και τον Γιάννη ήταν και η μακροβιότερη.
Οι συνθήκες ήταν δύσκολες από τεχνικής πλευράς – καμία σχέση με τα μέσα και την μουσική παιδεία και την τεχνογνωσία του σήμερα. 
Δύσκολες και από πλευράς «πολιτισμού» – μιλάμε για την εποχή του ‘80 – νεοπλουτισμός, σκυλάδικο, το ελληνικό ροκ του ‘70 πνέει τα λοίσθια και μαζί του και οι χώροι για live.

Όμως κατα ένα παράξενο τρόπο ήταν ευνοϊκές, γιατί υπήρχε «κενός χώρος» και στο κενό αυτό εκφράστηκε η δημιουργικότητα της σκηνής του ‘80.
Από την κοινωνικοπολιτική άποψη οι συνθήκες ήταν πολύ ενδιαφέρουσες, γιατί αρχίζουν να ανθίζουν τα κινήματα αυτοοργάνωσης, η αμφισβήτηση, τα αναρχικά κινήματα, η εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις κλπ. Το σύνολο σχεδόν αυτών των κινημάτων και πολιτικών τάσεων, δημιουργεί και την αντίστοιχη κουλτούρα αμφισβήτησης, ακτιβισμού και τελικά και τη σκηνή του ‘80 που είναι μια σκηνή βαθειά πολιτικοποιημένη. 

Το punk έρχεται μεν στην Ελλάδα «απ’ έξω», αλλά στην ουσία η ντόπια σκηνή, μετά από ένα πολύ μικρό διάστημα «αντιγραφής» και «οικειοποίησης», παράγει δικό της ήχο και ύφος ξεχωριστό και αναγνωρίσιμο. Είναι ίσως η πρώτη φορά που δημιουργείται πραγματικά «σκηνή» στην Ελλάδα, με την έννοια της αυθεντικότητας, του «ιδιώματος», της δυναμικής και της αναγνωρισιμότητας του ήχου.


-Με τη μουσική σας και τον καθαρά πολιτικό-κοινωνικό στίχο θέλατε να περάσετε κάποια μηνύματα και ν’ αφυπνίσετε τον κόσμο που σας άκουγε ή απλά να εκτονώσετε την ενέργειά σας;

Η «τραγουδοποιία» είναι επικοινωνία και οι ΑΔΙΕΞΟΔΟ απλά επικοινωνούσαν μέσα από την μπάντα και μετέφεραν τις αγωνίες τους, τις ιδέες τους, τα συναισθήματα τους, τις αλήθειες τους, τα βιώματα τους και φυσικά και την εφηβική τους ενέργεια.
 
Δεν πιστεύαμε ότι κάναμε «μανιφέστα», δεν πιστεύαμε ούτως ή άλλως στα «μανιφέστα», όμως ήμασταν μέρος ενός υποσυνόλου της κοινωνίας που «έβραζε», αμφισβητούσε και ως ενεργοί ακτιβιστές, η βιωματική μας εκφράστηκε αντίστοιχα και στα τραγούδια μας. 

Δεν προσπαθήσαμε να κάνουμε τίποτα παραπάνω, απ’ ό,τι κάναμε και στο δρόμο. Υπό αυτή την έννοια υπήρχαν μηνύματα αφύπνισης, αλλά δεν είχαμε σκοπό την «προπαγάνδα» κάποιων πολιτικών θέσεων, δεν ήταν αυτοσκοπός μας. Ήταν σίγουρα αυθόρμητη, οργισμένη διαμαρτυρία, αλλά δε θεωρήσαμε ποτέ τους εαυτούς μας ως «παραγωγούς ιδεολογίας».


-Πιστεύεις ότι ο στίχος σας είχε την απήχηση που «έπρεπε» ή περνούσε απαρατήρητος μέσα από τα πόγκο και όλη την εκτόνωση και το σπρωξίδι του κόσμου;

Ο στίχος μας ήταν βασικό μέρος της απήχησης, εξ άλλου, εμείς τραγούδια γράφαμε και τα τραγούδια έχουν «λόγο.» Χωρίς το «λόγο» θα ήταν απλά μουσική.
Η εκτόνωση, τα χοροπηδητά και το σπρωξίδι δεν εμποδίζουν κάποιον ν’ ακούει το στίχο. Σίγουρα υπήρχε, ειδικά τα πρώτα χρόνια της punk σκηνής στην Ελλάδα, κοινό που «άκουγε» με τα αυτιά του και όχι με τα αυτιά των δισκοκριτικών, των παραγωγών ραδιοφώνου, των καταστημάτων πώλησης ρούχων και των μεγαλοδισκογραφικών εταιρειών.

-Πολλά άτομα σας έχουν κατατάξει σαν μια αναρχική μπάντα. Τί θέση παίρνετε πάνω σ’αυτό;

Καμία θέση. Κάθε μέλος της μπάντας είχε τη δικιά του κοινωνικοπολιτική άποψη και σίγουρα όλοι συγκλίναμε σε αντιεξουσιαστικές, αντιρατσιστικές, οικολογικές, αντιμιλιταριστικές, αντιφασιστικές, αντισεξιστικές και σε ελευθεριακές απόψεις.

Σίγουρα δεν ήταν κανείς θρήσκος και κανείς δεν είχε αστικοδημοκρατικές αντιλήψεις. Όμως, αυτό απέχει πολύ από το να έχει η μπάντα μια συντεταγμένη «αναρχική» ετικέτα, τουλάχιστον με την «ορθόδοξη» πολιτική έννοια που αποδίδεται στη λέξη «αναρχία.»

Η μπάντα δεν έβαλε ποτέ ετικέτα στον εαυτό της και ουδέποτε συζητήθηκε μεταξύ μας το «τί είμαστε». Θυμάμαι το Γιάννη ν’ απαντάει σε μια ειρωνική ερώτηση από κάποιο ραδιόφωνο, για το «τί μέρος του πολιτικού χώρου είμαστε», με τη φράση : «είμαστε πούτσες μπλέ». 

Η ερώτηση αυτή θα μπορούσε να τεθεί μόνο προσωπικά, σε κάθε μέλος ξεχωριστά. Στο σύνολό τους όμως, οι ΑΔΙΕΞΟΔΟ ως μπάντα, δεν ήταν τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο από αυτό που ακούγεται να παίζει. 

Αν ήμουν ακροατής θα έλεγα πως οι ΑΔΙΕΞΟΔΟ είχαν γενικά μια μηδενιστική και κυνική διάθεση και πως αγαπούσαν την πλήρη και ακαθοδήγητη ελευθερία και αυτοδιάθεση των ανθρώπων και πως μισούσαν το κοινωνικό υπερεγώ και την χειραγώγηση. Αλλά και αυτό πάλι, είναι προσωπική μου αντίληψη.



-Σε ποιούς χώρους παίζατε εκείνη την εποχή; Αντιμετωπίσατε ποτέ το δισταγμό στο να σας  παραχωρήσουν κάποια μαγαζιά για τις εμφανίσεις σας ή ακόμη και καχυποψία από την πλευρά των ιδιοκτητών στο να νοικιάσετε μηχανήματα, στήνοντας το δικό σας live;

Το πρώτο μας live έγινε σε σινεμά, στην «Ανεμώνη», στην Αγ. Παρασκευή. Πολλά live γινόντουσαν έτσι, με ρεφενέ νοίκιασμα των σινεμά, των μηχανημάτων κλπ. και με εισιτήριο πολύ χαμηλό, ίσα να βγαίνουν τα έξοδα.
Τα περισσότερα γινόντουσαν σε πανεπιστήμια, ΤΕΙ, σχολές και λύκεια.

Τα punk συγκροτήματα δεν ήταν ιδιαίτερα ευπρόσδεκτα, ιδίως στα μαγαζιά που δεν είχαν πολύ χώρο, πιο πολύ λόγω του πόγκο, όπου γινόντουσαν ζημιές και λόγω της γενικής αντίληψης ότι γίνονται φασαρίες με μπάτσους κλπ. Όμως στο Ροντέο και στο Κύτταρο δεν είχαμε πρόβλημα.

Οι περισσότερες συναυλίες που παίξαμε ήταν συναυλίες διαμαρτυρίας ή συμπαράστασης και πάντα όσοι νοίκιαζαν τα μηχανήματα εκείνη την εποχή είχαν ένα σχετικό δισταγμό, όχι όμως τόσο από φόβο μήπως χαλάσει κάτι από τον χορό των πάνκιδων, όσο από το φόβο να μη γίνει κανένα ντού από τα ΜΑΤ και καταστραφούν τα μηχανήματα από τους μπάτσους.

-Πιστεύεις πως η συμμετοχή σας στη θρυλική συλλογή “Διατάραξη Κοινής Ησυχίας” που κυκλοφόρησε το 1984 από την Enigma Records, έπαιξε κάποιο ρόλο στην πορεία σας;

Φυσικά και όχι μόνο στη δικιά μας πορεία, αλλά σε όλη την punk σκηνή. Η διατάραξη στην ουσία είχε κλείσει για 4 γκρούπ.
Ο Σπύρος Περιστέρης, της ENIGMA, ήρθε να δει ένα live των Γενιά στην ΑΣΟΕΕ όπου παίζαμε και μεις και όταν μας είδε αποφάσισε να μας προτείνει να συμμετάσχουμε και μείς. Δε μας είχε ξανακούσει και παρά του ότι, ως πολύ έμπειρος και κορυφαίος μουσικός είδε αμέσως πως δε ξέρουμε να παίζουμε καλά, (ακόμη μαθαίναμε και μόλις είχε μπει η Μαρία στο γκρούπ και ήμασταν απροβάριστοι …), ως παραγωγός που μόλις είχε έρθει από τη Νέα Υόρκη, βρήκε ενδιαφέρουσες τις συνθέσεις και του άρεσε πολύ ο στίχος και η «αυθεντικότητα» του ήχου. Η «Διατάραξη» είναι μια ξεκάθαρη φωτογραφία της σκηνής, ένα στιγμιότυπο και σήμερα είναι πλέον ένας δίσκος – ντοκουμέντο. 

Σίγουρα το ένστικτο του Σπύρου και η τόλμη να φτιάξει τη «Διατάραξη» έπαιξε καθοριστικό ρόλο, όχι μόνο για τις μπάντες που συμμετείχαν, αλλά και για ολόκληρη την punk σκηνή. Την εποχή που καμία άλλη ανεξάρτητη, δεν ενδιαφέρονταν για το punk, αλλά αντίθετα το αντιμετώπιζαν και ως ένα «ακουλτούριαστο» είδος. 

Την εποχή που τα «ρόκ» περιοδικά εξυμνούσαν τριτοκλασάτες μπάντες από το εξωτερικό, γιατί οι ίδιοι οι «μουσικοκριτικοί» έκαναν και την εισαγωγή των δίσκων, και έθαβαν το ελληνικό punk ως ανάξιο λόγου. Την εποχή αυτή η «Διατάραξη» έσπασε κατά κάποιο τρόπο τη σιωπή της «κοινής ησυχίας».

-Ποιοί ήταν οι λόγοι διάλυσης της μπάντας και τί αίσθηση είχε προκαλέσει στο κοινό σας;

Οι ΑΔΙΕΞΟΔΟ σταμάτησαν με κοινή απόφαση όλων, όταν θεωρήσαμε ότι είπαμε ό,τι είχαμε να πούμε. Αφορμή ήταν μεν η απόφαση του Γιάννη να πάει στην Αμερική για σπουδές, αλλά δεν ήταν η αιτία. Η αιτία είναι πως νιώθαμε οτι ο ρόλος μιας μπάντας σαν τους ΑΔΙΕΞΟΔΟ είναι να μην επαναλαμβάνεται και να μην καβαλάει καλάμια. 

Η σκηνή ήταν στο αποκορύφωμα της και μαζί με τη μαζικότητα ήρθε και η μόδα του «επαναστάτη», το «δήθεν» της κολωνακιώτικης μοϊκάνας και το «in της φάσης». 

Αισθανθήκαμε πως θα ήμασταν τυχοδιώκτες αν συνεχίζαμε να παίζουμε για να μας «αποθεώνει» ένα κοινό που δεν είχε καμία σχέση με τη δική μας αλήθεια. Κάναμε μια κουβέντα όλοι μαζί ,με αφορμή την αποχώρηση του Γιάννη και είπαμε χωρίς καμία διαφωνία, πως «δε θέλουμε να γίνουμε οι βασιλιάδες των ηλιθίων» και πως το ΑΔΙΕΞΟΔΟ έπρεπε να τελειώσει εκεί. 

Δεν υπήρξε καμία τριβή ή διαφωνία μεταξύ των μελών, είχαμε απλά όλοι την ίδια αίσθηση, δε θέλαμε να κοροϊδέψουμε κανένα και θέλαμε να μείνουμε συνεπείς σε αυτό που ήταν τελικά οι ΑΔΙΕΞΟΔΟ, μια παρέα φίλων που εκφραζόταν ελεύθερα και αντισυμβατικά. Νομίζω πως όσοι δεν πέρασαν σαν αλεξιπτωτιστές από τη σκηνή, κατάλαβαν απόλυτα γιατί σταματήσαμε. Σταματήσαμε, δεν διαλύσαμε και αισθάνομαι πως ήταν το καλύτερο που είχαμε να κάνουμε.



-Τί έχει αλλάξει από την δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα, στον τρόπο που αντιλαμβάνεται ο ακροατής τη μουσική;

Πολλά, αλλά κυρίως η εύκολη πρόσβαση στην πληροφορία. Ο ακροατής του ‘80 δεν είχε μεγάλα περιθώρια επιλογής. Σήμερα μέσω του διαδικτύου, είναι σχεδόν όλα προσβάσιμα. Με αυτή την έννοια ο ακροατής σήμερα, έχει τη δυνατότητα να έχει πιο «ανοιχτά» αυτιά και ταυτόχρονα να παρακολουθεί τις μουσικές εξελίξεις σε πραγματικό χρόνο.

-Τί έχεις νοσταλγήσει από εκείνη την εποχή;

Δε νοσταλγώ. Θυμάμαι και αγαπάω κάθε στιγμή που πέρασα με τους ΑΔΙΕΞΟΔΟ. Η νοσταλγία εμπεριέχει ένα κομμάτι ανεκπλήρωτου και δεν έχω αυτή την αίσθηση. Οι ΑΔΙΕΞΟΔΟ εκπλήρωσαν ό,τι είχαν να δώσουν. Ζω εδώ και τώρα και κάθε εποχή έχει τη δική της έκφραση. Σίγουρα αναπολώ πολλές φορές, όπως κάθε άνθρωπος, αλλά νοσταλγία σημαίνει κατά κάποιο τρόπο, την εσωτερική ανάγκη για επιστροφή και δεν υπάρχει επιστροφή στο παρελθόν.

-Το κομμάτι «38 χιλιοστά» ήταν  απλά μια καταγραφή ενός θλιβερού γεγονότος ή κάτι παραπάνω για εσάς;

Είναι αυτό που αισθανθήκαμε με τα παιδιά, γιατί ήμασταν εκεί και τέτοιες στιγμές σε συγκλονίζουν και κατα ένα περίεργο τρόπο σε ωριμάζουν απότομα. Στην επόμενη πρόβα, μετά τη δολοφονία, το κομμάτι απλά «βγήκε», σαν να ξεράσαμε ταυτόχρονα όλοι μαζί, όλα τα συναισθήματα που δεν μπορούσαμε να εκφράσουμε αλλιώς.

Δεν είπαμε «θα γράψουμε ένα κομμάτι για … μπλα μπλα μπλα». Μπήκαμε για μια συνηθισμένη πρόβα και ο Δημήτρης άρχισε να παίζει ένα ριφ και ακολούθησαν όλοι, οι στίχοι μου βγήκαν χωρίς να σκεφτώ τίποτα, φώναξα «αίμα» και τη δεύτερη φορά το φώναξαν όλοι. 

Νομίζω πως είναι το κομμάτι που συζητήσαμε με τα παιδιά λιγότερο από οποιοδήποτε άλλο κατά τη δημιουργία του. Σχεδόν κυλούσε μόνο του. Δυστυχώς το 2008 ξανάγινε επίκαιρο. Μακάρι να μην ξαναγίνει ποτέ.

-Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με τη «Γενιά Του Χάους» και ποιές ήταν οι σχέσεις μεταξύ σας;

Η πρώτη μου απόπειρα να φτιάξω μπάντα ήταν με τον Άρη Λαμπρίδη, τον Κώστα Χατζόπουλο (και οι δύο κατόπιν Γενιά του Χάους) και τον Κώστα (Θωμαίδη νομίζω – κατόπιν keyboards στους DE traces).
Τζαμάραμε κανα δυο φορές στο σπίτι του Άρη, αλλά δεν είχαμε τύμπανα και ενισχυτές και δε προχώρησε η φάση. Η Γενιά του Χάους μας φιλοξένησε στο σπίτι του Θοδωρή στις πρώτες μας πρόβες και μας βοήθησαν στα πρώτα βήματα. Αργότερα, όταν χρειάστηκαν ντράμερ, έπαιξε μαζί τους ο Γιάννης.
Ήμασταν όλοι καλοί φίλοι μεταξύ μας, αλλά μας συνέδεε και η ίδια ακτιβίστικη στάση. Και οι δυο μπάντες δεν ήταν μόνο στα λόγια και στη σκηνή αλλά και στο δρόμο και στη δράση και τα μέλη τους συμμετείχαν σε σχεδόν όλες τις κινητοποιήσεις της εποχής. Αυτό μας έδεσε ακόμη περισσότερο σαν παρέα, αν και μουσικά είχαμε άλλες κατευθύνσεις και άλλους εκφραστικούς δρόμους.


-Το 2009 τους είδαμε να κάνουν μια επανασύνδεση για δυο μόνο ζωντανές εμφανίσεις. Πώς κρίνετε αυτή τους την κίνηση και ποιά η γνώμη σας για την επιλογή τους να παίξουν στο Gagarin;

Δεν την κρίνω, το θεωρώ απόλυτο δικαίωμά τους ν’ αποφασίζουν για την επανασύνδεση τους και για τον τρόπο που θα το κάνουν. Σίγουρα πάντως δεν το έκαναν για τα φράγκα όπως τους καταλόγισαν κάποιοι μαλακοπίτουρες! Η επιλογή του χώρου είναι επίσης θέμα δικής τους απόφασης. Πάντως, το σίγουρο είναι πως τα περιθώρια να παίξεις σε ένα μεγάλο χώρο, με πραγματικά καλό ήχο, δεν είναι και πολλά. Εγώ πάντως πήγα και τους είδα.

-Τί γνώμη έχεις για την αυτοοργάνωση και  το «κίνημα» του «Κάντο μόνος σου»; Συμμερίζεσαι την άποψη που λέει ότι για να είναι μια μπάντα «d.i.y.» θα πρέπει απαραίτητα να μην έχει σχέση με εταιρείες και μαγαζιά, μακριά από κάθε λογική κέρδους, κρατώντας έναν αντιεμπορικό χαρακτήρα;

Το «Κάντο μόνος σου» κατ’ αρχάς ξεκινά σε επίπεδο δημιουργίας και υπό αυτή την έννοια τα περισσότερα γκρούπ που ξεκινάνε να κάνουν εναλλακτική μουσική και ειδικά σε μια χώρα που δεν έχει «αγορά» ροκ, το κάνουν μόνα τους. Για μένα, το σημαντικότερο είναι να είναι μια δημιουργία ακηδεμόνευτη και αχειραγώγητη, δηλαδή να μην παράγεται με αυτοσκοπό το κέρδος. Αυτό όμως δεν αποκλείει, ούτε τη σχέση με τις εταιρείες, ούτε με τα μαγαζιά. 

Υπάρχει ένας παραλογισμός σε μια αντίληψη που θεωρεί π.χ πως ο πιτσιρικάς φλώρος που έχει άπειρα φράγκα από την πατρική περιουσία και μπορεί να έχει ένα τεράστιο «home studio» στο γκαράζ της Mercedes της μάνας του και μια συλλογή από πανάκριβα μουσικά όργανα, είναι «d.i.y.», γιατί δε παίζει σε μαγαζιά, ενώ μια μέση ελληνική μπάντα από παιδιά της εργατικής τάξης, που πρέπει να πληρώσει με πολύ ιδρώτα τα προβάδικα, τα όργανα, και τις ηχογραφήσεις, από τον κόπο της εργασίας της, δεν είναι «d.i.y.» επειδή έπαιξε σε μαγαζιά και έβγαλε τα έξοδά της π.χ από αυτά τα live. Αρχίδια μάντολες … Από το «d.i.y.» ως το «εμπορικό», υπάρχει μια τεράστια απόσταση και η «απόλυτη» αντιμετώπιση είναι ισοπέδωση. 
Στην τελική, αν θέλουμε να μιλήσουμε σε απόλυτους ορισμούς, θα πρέπει οι δογματικοί της φάσης να απορρίψουν και κάθε μουσικό όργανο, ενισχυτή και εξοπλισμό που χρησιμοποιείται γιατί δεν είναι αυτοκατασκευές και συνεπώς ως προϊόντα εμπεριέχουν λογική κέρδους (ακόμη και αν έχουν κλαπεί). Στη συνείδησή μου, στα 30 χρόνια που είμαι στη σκηνή το 99,9999% των ελληνικών γκρούπ είναι «d.i.y.», γιατί, ό,τι έκαναν, το έκαναν μόνοι τους, με πολύ κόπο και αίμα και δε ξέρω σχεδόν κανέναν που να «κέρδισε». Στην καλύτερη, κάποιοι πήραν πίσω τα έξοδα τους. Οι ΑΔΙΕΞΟΔΟ έπαιξαν και σε μαγαζιά, αν κάποιοι τους θεωρούν «εμπορικούς», ας μην τους ακούνε.

-Υπάρχει underground σκηνή σήμερα; Κάποιες μπάντες που σου έκαναν εντύπωση;

Πάντα υπάρχει underground, πάντα υπάρχει το νέο, το διαφορετικό, το εναλλακτικό. Σε κάθε εποχή υπάρχει στην τέχνη ένα νέο ρεύμα. Δε θα αναφερθώ σε μπάντες ξεχωριστά, γιατί θα αδικήσω πολλές που άθελά μου θα παραλείψω. Πραγματικά στις μέρες μας, υπάρχει πολύ μεγάλη πληθώρα. Έχω πάντως τη γενικότερη εντύπωση πως πάει να ξαναγίνει μια «σκηνή», νέα, με νέο ήχο, με την πολιτικοκοινωνική διάσταση ιδιαίτερα τονισμένη. Οι σκληρές εποχές φέρνουν σκληρές φόρμες έκφρασης και δεν εννοώ αναγκαστικά το punk ή to rock ή το hip hop μόνο, ούτε μόνο τη μουσική.

-Εν έτη 2011, ποιά η γνώμη σου για το σημερινό πολιτικό σύστημα;

Δεν υπάρχει πολιτικό σύστημα, δεν παράγεται καμία πολιτική σήμερα. Υπάρχει μόνο μια οικονομική ολιγαρχία και ένα ολοκληρωτικό καθεστώς με τον ψευδότυπο τίτλο «δημοκρατία».

Οι «πολιτικοί» είναι απλά μισθοδοτούμενοι υπάλληλοι της οικονομικής μαφίας. Δεν είναι πια θέμα πολιτικής «θεωρίας» και απόψεων, ή μοντέλων διοίκησης, υπάρχει μόνον σκληρός, προφανής, νεοφεουδαρχικός ολοκληρωτισμός. Αν δεν το συνειδητοποιήσουμε έγκαιρα, πως ήμαστε στο στάδιο του κολίγα, θα περάσουμε στο στάδιο του σκλάβου πολύ σύντομα.

 Εδώ που έφτασε η κατάσταση, δεν υπάρχει πλέον διέξοδος μέσω της «πολιτικής», δεν υπάρχει ειρηνική λύση, χρειάζεται εξέγερση και έχουμε ήδη αργήσει.


-Υπάρχουν ομοιότητες ανάμεσα στις γενιές  του τότε και του σήμερα;

Ευτυχώς κάθε γενιά διαφοροποιείται από τις προηγούμενες. Το μόνο βέβαιο είναι πως η σημερινή νέα γενιά έχει να αντιμετωπίσει πολύ πιο δύσκολες συγκυρίες και πιθανό να σηκώσει στις πλάτες της εξεγέρσεις και βίαιες αντιπαραθέσεις και να βιώσει παγκόσμιες αλλαγές.
 
Δεν πιστεύω πως είναι η γενιά του καναπέ, όπως την αποκαλούν οι βολεμένοι της δικής μας γενιάς, αντίθετα είναι ανήσυχη και πολύ καλά πληροφορημένη γενιά.

Καλά θα κάνει η δική μου γενιά να το βουλώσει, γιατί είναι η γενιά που σήμερα είναι στα πράγματα και της γενιάς μου ο κώλος έχει λιώσει στον καναπέ. Είναι πολύ φτηνιάρικη και ξιπασμένη η στάση της γενιάς μου απέναντι στα παιδιά της, κατηγορώντας την ως αδρανή, με το υπεροπτικό υφάκι πως «εμείς στα νιάτα μας κάναμε πράγματα και κάναμε το καθήκον μας». 

Παπάρια, αν η γενιά μου είχε κάνει το σωστό, δε θα είχε υπονομεύσει το μέλλον της σημερινής γενιάς. Σκατά στη γενιά μου, η γενιά μου απλά … κατάντησε και καλά θα κάνει να βγάλει το σκασμό και ν’ αφήσει τα παιδιά στην ησυχία τους.

-Τί έχεις να πείς στα σημερινά παιδιά που εμπνέονται από τους Αδιέξοδο;

Να μην κάνουν θεό τους και ίνδαλμά τους κανέναν, να μάθουν να αγαπούν και να σέβονται πρώτα και περισσότερο τον εαυτό τους, αν δεν αγαπάς και δε σέβεσαι τον εαυτό σου, δεν μπορείς να αγαπήσεις ή να μισήσεις πραγματικά τίποτα και κανέναν. 

Να κάνουν εντελώς αυθόρμητα πράγματα, να αποτινάξουν κάθε υπερεγώ. Είναι πολύ συγκινητικό και μας τιμά να εμπνέονται σήμερα νέοι έφηβοι από εμάς, μετά από 28 χρόνια, θα είναι όμως υπέροχο αν μετατρέψουν την έμπνευση αυτή σε κάτι εντελώς νέο, κάτι που να κάνει τους ΑΔΙΕΞΟΔΟ και όλη τη σκηνή του ‘80 απλά παρελθόν. Να μας «θάψουν» και να προχωρήσουν.

 Να φέρουν μια νέα σκηνή που θα εμπνεύσει τους επόμενους. Να το κάνουν, χωρίς πολλά γιατί και πώς, αυθόρμητα και αληθινά, απλά … να το κάνουν.

-Σε αφήνω να κλείσεις με ένα στίχο που χαρακτηρίζει την πορεία του συγκροτήματος…

Εσύ στην τέχνη σου και εμείς υποκουλτούρα…


Πηγή:  rockap.gr