Ο μυστηριώδης συγγραφέας Ρο (Ιστορίες τρόμου)


Κάπου στην καρδιά των Εξαρχείων, στην Θεμιστοκλέους στο νούμερο 48, ζούσε κάποτε ένας συγγραφέας.

Αυτοαποκαλούταν μάλιστα με ένα ψευδώνυμο που ελάχιστοι κατάφερναν να το θυμούνται, κάτι σαν «Ροζέριο» ή «Ρομάριο» ή τέλος πάντων κάτι που άρχιζε από «Ρο», ούτως ή άλλως ελάχιστα από τα έργα του εκδόθηκαν και αυτά σε κάποιες ασήμαντες συλλογικές εκδόσεις περιθωριακών περιοδικών της εποχής εκείνης, στις αρχές του '80.

Και όμως εκείνος διέγραφε μια υπόγεια αλλά διαρκώς ανοδική πορεία προς την τέχνη, προς το «μέγιστο έργο» του όπως το αποκαλούσε, και σε όσους βιάζονταν να κριτικάρουν την μετριότητα των πρώτων του εκδόσεων εκείνος απαντούσε με μια μόνο λέξη, λακωνικά: «Περιμένετε».

Με τον καιρό αποσυρόταν όλο και περισσότερο από τον έξω κόσμο και η κοινωνική ζωή του είχε περιοριστεί σε μερικές μοναχικές βόλτες από το σπίτι ως την πλατεία, έπειτα στα στενά εκεί γύρω, που τους χειμώνες ήταν ήσυχα, βρώμικα και εσωστρεφή, και τέλος πάλι πίσω. Και όλα αυτά την ώρα που ο ήλιος είχε πια δύσει, ποτέ το πρωί, απέφευγε το φως σαν να φοβόταν ότι κινδύνευαν να εξαϋλωθούν από αυτό οι εμπνεύσεις του.


Ο Ρο έγραφε εκείνο το διάστημα μανιωδώς, άφηνε επίτηδες τα φώτα του σβηστά και τις κουρτίνες τραβηγμένες, τρεφόταν με ότι έβρισκε πρόχειρο στο ψυγείο και στα ντουλάπια, ενώ τα σκουπίδια στοιβαζόντουσαν στην μικροσκοπική κουζίνα για ολόκληρες βδομάδες, μέχρι η δυσωδία να τον αναγκάσει να ασχοληθεί στοιχειωδώς με τις οικιακές δουλειές. 

Το έργο του είχε αρχίσει πια να αποκτά μορφή και θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι με τις συνθήκες όπως είχαν διαμορφωθεί, βρισκόμασταν μπροστά σε μια μεγαλοφυΐα που έγραφε πραγματικά το «μέγιστο έργο» της. Και όμως κανείς δεν ήξερε τον τίτλο ή το θέμα, ούτε το όνομα του πρωταγωνιστή και αν ήτανε ερωτικό ή αστυνομικό, φιλοσοφικό ή επιστημονικής φαντασίας, αφού όλα αυτά τα κρατούσε πάντα μυστικά. Και έτσι με τον καιρό, οι λιγοστοί γνωστοί του είχαν σταματήσει να ρωτάνε.

Η μόνη που ενδιαφερότανε πραγματικά για αυτόν ήταν η όμορφη γειτόνισσα, έμενε τέσσερις ορόφους πιο ψηλά στο ρετιρέ αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε να του χτυπάει κάποιες φορές το κουδούνι και να τον επισκέπτεται για ένα σύντομο καφέ. 

Εκείνος στην αρχή εκνευριζόταν με το κουδούνισμα που τον διέκοπτε από τη συγγραφή, πλησίαζε την πόρτα επιφυλακτικά, αλλά όταν πια άνοιγε και έβλεπε τη Ρίτα το πρόσωπό του φωτιζόταν με ειλικρινή χαρά και έτρεχε να συμμαζέψει όπως-όπως το δημιουργικό χάος που επικρατούσε στο σαλόνι, με τις σελίδες που σκέπαζαν τα έπιπλα, τις πένες και τα φαγωμένα μολύβια, τις κούπες του καφέ που βρισκόταν παρατημένες και άπλυτες σε όλες τις γωνιές.

Μιλούσε στη Ρίτα με τόσο ενθουσιασμό για το έργο του, προσέχοντας φυσικά όπως πάντα να μην αποκαλύπτει λεπτομέρειες, που εκείνη πίστεψε πραγματικά σε αυτόν. Έβλεπε άλλωστε τα ίχνη της προσπάθειας του συγγραφέα παντού, στο χάος του σπιτιού, τις διάσπαρτες σελίδες, στο σκοτεινό πέπλο που τύλιγε το σαλόνι και που έμενε έτσι χωρίς φως ακόμα και κατά την επίσκεψή της, αφού έπιναν τους καφέδες τους μες στο ημίφως υπό το τρεμόπαιγμα κεριών. Τα έβλεπε στο πρόσωπο του που έλαμπε από την έξαψη, το πάθος και την πίστη.


Και έτσι τη μέρα που ο Ρο πέθανε απρόσμενα από εγκεφαλικό στη μέση της πλατείας ένα φθινοπωρινό απόγευμα Δευτέρας, η σκέψη της Ρίτας πήγε αμέσως στο ημιτελές του έργο. Ένιωσε θλίψη φυσικά για τον άτυχο γείτονά της, που πάντοτε της φερότανε πολύ ευγενικά και που ίσως κάπου μέσα του βαθιά και να την είχε ερωτευτεί, αλλά κυρίως το μυαλό της πήγε στο βιβλίο που έγραφε. Και εξάλλου η ιστορία της τέχνης έβριθε από μη αναγνωρισμένους συγγραφείς που έγραψαν αριστουργήματα και χάθηκαν στη λήθη. Γιατί να μην βρισκόταν και αυτή μπροστά σε κάτι αντίστοιχο και εδώ, σε μία μοναδική αποκάλυψη;

Είχε βάλει το πιο κομψό από τα μαύρα φορέματα της και είχε πάει στην κηδεία του που έγινε την αμέσως επόμενη μέρα στην εκκλησία της Παναγίας στην Καισαριανή. Δεν είχε πολύ κόσμο και όλοι την κοιτούσαν, έτσι που έλαμπε εντυπωσιακή με το λυτό μαλλί και τις καλλίγραμμες γάμπες της να ξεπροβάλλουν μέσα από το ύφασμα. «Είμαι η γειτόνισσα του», ψιθύρισε σε δυο-τρεις παρευρισκόμενους που ήταν πιο κοντά της.


Ο Ρο δεν είχε κοντινούς συγγενείς και τα διαδικαστικά τα είχε αναλάβει ο δικηγόρος του, ο οποίος επίσης θα ασχολούνταν λιγότερο ή περισσότερο άμεσα με τα περιουσιακά ζητήματα. Η Ρίτα όμως είχε μέσα στην τσέπη της κρυμμένο ένα κλειδί που άνοιγε την πόρτα του σπιτιού του, ένα κλειδί που της το είχε δώσει ο ίδιος σε κάποια ανύποπτη στιγμή για να του το φυλάει και έτσι να μην κινδυνεύει να κλειδώνεται απ' έξω όταν έβγαινε για τις απογευματινές του βόλτες και τραβούσε πίσω του την πόρτα αφηρημένος.

Μετά την τελετή πήγαν όλοι μαζί στο νεκροταφείο εκεί κοντά. Κάποιος νεαρός προσφέρθηκε να την πάρει μαζί του αλλά αυτή αρνήθηκε ευγενικά αφού είχε το δικό της αυτοκίνητο, ένα κόκκινο Renault από αυτά τα μικροσκοπικά με τα στρογγυλά φανάρια, μπήκε μέσα και έβαλε μπροστά υπό το απογοητευμένο βλέμμα άντρα. 

Έφτασε εγκαίρως για την ταφή. Είδε το πτώμα να μπαίνει μες στη γη και έριξε κι αυτή μια χούφτα χώμα για να τον σκεπάσει. Έπειτα πήρε αργά το δρόμο της επιστροφής. Πάρκαρε κάπου ψηλά στην Μαυρομιχάλη και κατηφόρισε την Βαλτετσίου, ψάχνοντας με το χέρι της στην τσέπη του παλτού για να βεβαιωθεί ότι το κλειδί βρισκόταν πάντοτε εκεί, έστριψε αριστερά στην πλατεία, σκέφτηκε ότι κάπου εκεί ο γείτονάς της θα είχε πέσει ξαφνικά νεκρός, ίσως εκεί ανάμεσα στα δέντρα, και ένιωσε μια ανεπαίσθητη ανατριχίλα να διαπερνά τη σπονδυλική της στήλη. 


Κάθε βήμα προς το σπίτι την έκανε να αισθάνεται όλο και πιο παράξενα, όλο και πιο βαριά, στο τέλος έφτασε και μπήκε στο ασανσέρ, πάτησε το κουμπί του 1ου ορόφου, και στάθηκε έξω από την πόρτα με το κλειδί στο χέρι, τρέμοντας ανεξήγητα όλο και πιο πολύ. «Θέλω απλώς να το διασώσω…» είπε στον εαυτό της και γύρισε το κλειδί στην πόρτα. 

Μέσα επικρατούσε απόλυτη σιγή. Σιγή και απόλυτο σκοτάδι. Δεν έβρισκε τους διακόπτες και έτσι ψηλάφισε τον τοίχο κατευθυνόμενη προς το σαλόνι, η πόρτα ήταν ανοιχτή, μπήκε και ένιωσε μια κρύα αύρα. Σκέφτηκε ότι ίσως το παράθυρο να είχε μείνει ανοιχτό, πλησίασε και τράβηξε την κουρτίνα για να δει το φως της μέρας να πλημμυρίζει το χώρο. Η αύρα όμως τώρα ερχόταν πίσω απ' την πλάτη της και το παράθυρο άλλωστε ήτανε κλειστό. Άκουσε θρόισμα από χαρτιά και η καρδιά της πάγωσε.

Γύρισε αργά για να κοιτάξει. Μία σκιά! Μια σκιά που έμοιαζε να είναι η πηγή της παγωμένης αύρας έσκυβε πάνω στα χαρτιά Τον αναγνώρισε την τελευταία στιγμή.... 


Όταν την βρήκαν, έμοιαζε με μια κέρινη κούκλα, με το μαύρο φόρεμα να σκεπάζει το άψυχο κορμί της, το πρόσωπο χλωμό με το κραγιόν στα χείλη, το βλέμμα παγωμένο, τα υπέροχα μαλλιά της να σκεπάζουν σα βεντάλια το χαλί. Το «μέγιστο έργο» του ξεχασμένου συγγραφέα που αυτοαποκαλούταν Ρο δεν έγινε γνωστό ποτέ. Άλλωστε από τις εκατοντάδες διάσπαρτες χειρόγραφες σελίδες ήταν αδύνατο να βγάλει κανείς το νόημα του.

Όλα του τα υπάρχοντα χαρίστηκαν σε ένα πτωχοκομείο και τα χαρτιά πετάχτηκαν στον κάδο των αχρήστων.

Κάποιοι έχουν πει κατά καιρούς ότι μια σκιά ακόμα τριγυρνά στα Εξάρχεια τις ώρες που ο ήλιος δύει και κυνηγά κάθε χαρτί που παρασέρνει ο αέρας....

Κείμενο: Απόστολος Λαγαρίας