O Πήγασος (Διήγημα για μία σκοτεινή θεατρική αγάπη)

Διήγημα για μία σκοτεινή θεατρική αγάπη με αφορμή τον αρχαίο μύθο του Πήγασου

 Tου Απόστολου Λαγαρία

Λένε ότι το αίμα που τρέχει από την ανοιχτή πληγή ενός Πήγασου δεν ξεπερνάει το ένα τέταρτο του λίτρου, ότι είναι τόσο ακριβώς όσο θα χωρούσε στο κέρας της Αμάλθειας, στις μπότες του Παπουτσωμένου Γάτου, στη χούφτα του χάλκινου Γίγαντα, του Τάλου. Και ότι έπειτα ο Πήγασος στραγγίζει από αίμα, και το ονειρεμένο πλάσμα κείτεται στα πόδια σου και σε κοιτάζει με ένα βλέμμα γεμάτο εμπιστοσύνη και νιώθεις τις τελευταίες ανάσες του να σε ζεσταίνουν, όπως εσύ κρατάς ακόμη δυνατά τη λαβή από τη λεπίδα που έσκισε το δέρμα, παρακολουθώντας τη ζωή να εγκαταλείπει σταγόνα με σταγόνα το ολόλευκο κορμί.

Τόσο ελάχιστο αίμα, που η κάθε του σταγόνα γίνεται πολύτιμη και εκείνος να σου τις χαρίζει παραδομένος μες στην αγκαλιά σου, παραδομένος μετά από ένα ατελείωτο κυνήγι μέσα από ονειρικά τοπία, μέσα από δάση σκοτεινά και βράχια που φωτίζονται εκθαμβωτικά από το ολόγιομο φεγγάρι, μέσα από τις παλίρροιες επτά ωκεανών και τους γκρεμούς αιώνιων παγετώνων.

Ένα ατελείωτο κυνήγι σε γη και ουρανό, μια καταδίωξη μέχρι τα όρια της δύναμης, μέχρι την τελευταία ανάσα. Κάποιοι πιστεύουνε ότι ο Πήγασος στο τέλος επιλέγει ο ίδιος να παραδοθεί και ότι με τη δική του βούληση αφήνεται, πηγαίνοντας ολοένα πιο αργά, σταδιακά ώστε εσύ να μην μπορείς να το αντιληφθείς, προσαρμόζοντας την ταχύτητά του στις δικές σου ανθρώπινες δυνάμεις. Και ότι αυτό το κάνει γιατί αναγνωρίζει το πάθος και όχι την ανωτερότητα σου, τη θέληση και όχι την πραγματική δυνατότητά σου να τον νικήσεις. Γιατί αναγνωρίζει κάποια στιγμή σε εσένα τον διάδοχο του.

Αν είναι πράγματι έτσι θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι ο Πήγασος αυτοκτονεί.

Πώς βρέθηκα στην ίδια ακριβώς θέση; Πώς βρέθηκα στη θέση να αυτοκτονώ μόνο και μόνο επειδή κουράστηκα να με καταδιώκουν, επειδή ένιωσα ότι ακόμα και το άγγιγμα της λεπίδας πάνω στο κορμί μου θα ήταν περισσότερο επιθυμητό από την ατέρμονη αυτή καταδίωξη, από αυτό το χωρίς έλεος κυνήγι; Πώς βρέθηκα στη θέση να επιθυμώ να δώσω την ίδια τη ζωή μου για χαρίσω σε εκείνη ένα ονειρικό ταξίδι μέσα στο μυθολογικό μας σύμπαν;

Ίσως να πρέπει να πάρω τα γεγονότα από την αρχή για να μπορέσω να το εξηγήσω.


Τη μέρα που την γνώρισα, είχα μία επίμονη διαίσθηση ότι κάτι σημαντικό επρόκειτο να συμβεί. Και όμως όλα έμοιαζαν απολύτως ίδια, ακόμη και η πυκνή ομίχλη των τελευταίων ημερών που έπεφτε από νωρίς το βράδυ και δεν αποσυρόταν ως τις πρωινές ώρες νοτίζοντας με υγρασία τους τοίχους και τα αυτοκίνητα της πόλης, κάνοντας τους ανθρώπους να μοιάζουν με φαντάσματα που περιφερόντουσαν στους δρόμους. 

Τη θεατρική παράσταση της Παρασκευής την είχα επιλέξει με ιδιαίτερη προσοχή, αξιολογώντας τα πάντα προσεκτικά, από την περίληψη της υπόθεσης μέχρι το βιογραφικό του σκηνοθέτη και τις κριτικές στον τύπο. Ο «Πήγασος» έμοιαζε να είναι ένα εν δυνάμει αριστούργημα, ένα υπόγειο θαύμα, ένας σκοπός από μόνος του για το βράδυ εκείνο.

Ο κόσμος δεν ήτανε πολύς αλλά ούτε και λίγος, μια ιδανική συγκέντρωση ανθρώπων σε ένα υπόγειο στην πιο απόμερη γειτονιά του κέντρου, κατέβαινες από μια σκάλα χωρίς κουπαστή, μαύρη και σκοτεινή, τριάντα σκαλοπάτια που σε κατέβαζαν κάτω από την επιφάνεια της γης. Στην άκρη αριστερά της σκηνής υπήρχε ένα αυτοσχέδιο μπαρ, με έναν ξύλινο πάγκο και ένα ψυγείο με ποτά. Κάποιοι στεκόντουσαν όρθιοι κοντά στον πάγκο και μιλούσανε σε πηγαδάκια, αφού ήτανε ακόμη αρκετά νωρίς για την έναρξη της παράστασης.

Την είχα δει να στέκεται εκεί κοντά στους άλλους, αλλά δε θα μπορούσα να φανταστώ όλα αυτά που θα ακολουθούσαν. Μικρόσωμη, με κάτωχρο πρόσωπο και μελαχρινά μαλλιά, καθόταν σιωπηλή και έπινε από ένα ποτήρι, ενώ το απλανές βλέμμα της εστίαζε μακριά. Και έτσι έμοιαζε ακίνδυνο να την κοιτάξω διερευνητικά καθώς περνούσα από δίπλα της και πήγαινα στο μπαρ.

Και τότε, εκείνη τη στιγμή, οι κόρες των ματιών της που έλαμπαν στο ημίφως σαν διαμάντια κινήθηκαν στο πλάι και με κοίταξαν για ένα δευτερόλεπτο. Ούτε για μια στιγμή δεν αμφέβαλλα για τη σημασία του βλέμματος αυτού. Δεν ήταν απορία, περιέργεια ή θυμός. Ήταν πρόκληση.


Αλλά το έργο κόντευε πια να αρχίσει και όλοι λάβαμε θέσεις. Εγώ στους ξύλινους πάγκους στη δεύτερη σειρά κοντά στο κέντρο, εκείνη πίσω από τη σκηνή, έτοιμη για το ρόλο της. Γιατί ο «Πήγασος» δεν ήταν παρά εκείνη. 

Και εγώ θα έπρεπε από εδώ και στο εξής να παίξω το ρόλο του καταδιώκτη και ας μην μπορούσα εκείνη τη στιγμή να το φανταστώ. Εμφανίστηκε με ένα κατάλευκο φόρεμα, εφαρμοστό πάνω στο ισχνό κορμί της. Τα στήθη της μικρά, να διακρίνονται μέσα από τη διαφάνεια του υφάσματος. Στην πλάτη της δύο φτερά που τα έσερνε στο πάτωμα, βαριά, κλειστά, αδύναμα.

Στάθηκε απέναντι στο πλήθος και άρχισε να μιλά.
Ένιωθα σαν να μιλούσε απευθείας σε εμένα και ότι η φωνή της, που έμοιαζε ψιθυριστή ακόμα και όταν υψωνόταν δυνατή, απήγγειλε φράσεις σε μια γλώσσα άγνωστη, σε μια γλώσσα που μόνο εγώ μπορούσα να κατανοήσω, και ότι αυτά που έλεγε ήταν τα μεγαλύτερα μυστικά της, οι πιο απόκρυφες σκέψεις.

Κάθε της λέξη με διαπερνούσε και τα νοήματά φώλιαζαν μέσα μου σαν να αναζητούσαν από καιρό ένα μέρος να ξαποστάσουνε και να το βρήκανε. Οι ανάσες μου έγιναν αργές και πιο βαθιές, το στήθος μου φούσκωνε με αέρα καθώς η άγνωστη αυτή γλώσσα μου αποκάλυπτε έναν καινούριο κόσμο, έναν κόσμο που έως τότε είχα μπορέσει μόνο να ονειρευτώ και που εκείνη την στιγμή έμοιαζε να αποκαλύπτεται αληθινός μπροστά μου.

Και όταν τελείωσε ο υπέροχος μονόλογός της, δεν ήμουν πια σε θέση να ανακαλέσω ούτε μία από τις λέξεις του ονειρικού της βασιλείου, αφού μόνο μέσα από τη δική της φωνή τα λόγια έμοιαζαν να νοηματοδοτούνται, και εγώ δε θα μπορούσα να ψελλίσω ούτε μία από αυτές τις άγνωστες συλλαβές.

Ο «Πήγασος» στο τέλος του έργου απογυμνώνεται από την κατάλευκη στολή και μένει εντελώς γυμνός, ενώ τα φτερά του -που κάποια στιγμή καταφέρνει να τα κάνει με κάποιο μηχανισμό να ανοίξουν και που τότε βλέπουμε ότι πιάνουν ολόκληρο το μήκος της σκηνής- κείτονται στο πάτωμα άψυχα, νεκρά.

Εκείνη έμεινε πραγματικά γυμνή, διπλωμένη στο πάτωμα, κουλουριασμένη, και το ισχνό κορμί της έμοιαζε περισσότερο με ένα έργο τέχνης, με ένα γλυπτό, παρά με ένα αντικείμενο του πόθου. Το κόκαλα διαγράφονταν ανάγλυφα στους ώμους, οι κλείδες προεξείχαν, οι κνήμες της τόσο λεπτές που νόμιζες ότι θα μπορούσανε να σπάσουν, το στήθος της ανύπαρκτο σχεδόν, οι ρώγες της μικρές.

Καταχειροκροτήθηκε την ώρα που έσβησαν τα φώτα, και όταν ξανάναψαν εκείνη υποκλίθηκε προς το κοινό τυλιγμένη πρόχειρα σε ένα άσπρο σάλι, και εξαφανίστηκε πίσω από τις κουρτίνες.


Ο κόσμος έφευγε ήδη αλλά για κάποιο λόγο ήξερα ότι θα έπρεπε να περιμένω δίπλα στο μπαρ. Και πραγματικά δεν άργησε να έρθει να με βρει. Aπό εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε η καταδίωξη μας. Γιατί ο έρωτας δεν έχει τίποτα το σταθερό, τίποτα το σίγουρο και ασφαλές και υπάρχουνε φορές που παίρνει τη μορφή μιας άγριας πάλης. Με εκείνη ήταν ακριβώς αυτό. Πότε γινόμασταν το θήραμα και πότε ο κυνηγός, το θήραμα που παραμένει άπιαστο, ο κυνηγός του ανέφικτου, του ονειρικού. Σε μια διαρκή εναλλαγή των ρόλων. Τα πάντα στα όρια της φαντασίας.

Μέσα στη μνήμη μου υπάρχουν μόνο θραύσματα από τις στιγμές μας, εικόνες από το γυμνό κορμί της να εξαφανίζεται ανάμεσα στα χέρια μου, εικόνες πάθους, βίας και απόλυτης σιωπής, εικόνες από εκείνα τα αδύναμα τεράστια φτερά της που δεν μπορούνε να πετάξουν, ο ψίθυρος από τη φωνή της και όλες εκείνες οι φράσεις στην ακατανόητη γλώσσα που πάντοτε μου διαλύουν την ψυχή και με επαναπροσδιορίζουν σε ανώτερα επίπεδα της ύπαρξης. 

Και ο χρόνος έμοιαζε να ρέει, να μην ακολουθεί τις νόρμες και τις συμβατικές διαδοχές. Μέρες και νύχτες, Τετάρτες-Κυριακές, οι βόλτες μας στο πάρκο δίπλα από τον ποταμό, τα νυχτοπερπατήματα στα πιο τρισάθλια μπαρ, τα εξαφανισμένα μέσα στην αγκαλιά της πρωινά, τα μεσημέρια ενός ομηρικού καβγά, τα απογεύματα της θλίψης. Οι κόρες των ματιών της, η οργή μέσα σε αυτές, η απόγνωση, η απελπισία. Κάθε μέρα, κάθε στιγμή μαζί της, μια αναπαράσταση του Πηγάσου, μία ακόμα εκτέλεση, μια πρόβα πριν την τελική παράσταση.


Δεν ξέραμε πόσος καιρός είχε περάσει πια, δεν ξέραμε εάν βρισκόμασταν ακόμα σε ένα μέρος γνώριμο και αληθινό, ή εάν σερνόμασταν χαμένοι σε άγνωστα μονοπάτια. Κάποια στιγμή όμως καταλάβαμε ότι όλο αυτό θα έπρεπε επιτέλους να τελειώσει. Εγώ τουλάχιστον το ήξερα. Την έβλεπα να αγκομαχά, έβλεπα τις δυνάμεις της να τελειώνουν, τις αναπνοές να γίνονται ολοένα πιο αργές, τις λέξεις, αυτές τις μαγικές και υπέροχες λέξεις της, να αρχίζουν να στερεύουν. Ίσως εγώ να είχα ακόμη εναπομείνασες δυνάμεις. Αλλά εκείνη δεν μπορούσε πια να με ακολουθήσει σε αυτόν τον υπαρξιακό χορό.

Και έτσι δεν απέμενε παρά μονάχα μία λύση.

Λένε ότι το αίμα που τρέχει από την ανοιχτή πληγή ενός Πήγασου δεν ξεπερνάει το ένα τέταρτο του λίτρου. Και ότι έπειτα ο Πήγασος στραγγίζει από αίμα. Ομολογώ ότι η αίσθηση αυτή ήταν πολύ γλυκιά, σχεδόν εθιστική. Και εκείνη το κατάλαβε εγκαίρως ευτυχώς, και κράτησε το κεφάλι μου πάνω στα γόνατά της, και μου ψιθύρισε στη μαγική της γλώσσα λόγια αιώνιας υποταγής, και ήξερα ότι ένα κομμάτι από τη ψυχή μου θα μεταγγιζότανε στη ψυχή της και θα ταξίδευε με νέα δύναμη στα πέρατα της γης, μακριά, και ότι με τον τρόπο αυτό θα ήμασταν για πάντοτε μαζί, εγώ, αυτή και ο Πήγασός μας.


Ο Απόστολος Λαγαρίας έχει δημοσιεύσει ηλεκτρονικές συλλογές διηγημάτων και έχει βραβευτεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Τον Απρίλιο του 2017 θα κυκλοφορήσει το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο "Η Γάτα του Άρνολντ" από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες.https://www.facebook.com/apostoloslagarias/