Παράξενα διηγήματα: Oι μυστικές σκέψεις της Νεφέλης


Είχε βραδιάσει όταν αποφάσισε να φύγει, αφήνοντας πίσω της ένα χάος.
Ρούχα σκορπισμένα παντού, στο πάτωμα, σε καρέκλες, στο κρεββάτι...

Ένα άδειο μπουκάλι κρασί ανοιχτό πάνω στο τραπέζι του σαλονιού, σκόρπια χαρτιά και φαγητό από ντελίβερι.

Δεκάδες αποτσίγαρα σχημάτιζαν ένα βουνό πάνω στα παλιά ραγισμένα τασάκια. Σκουπίδια ημερών έμεναν ανέγγιχτα στο πάτωμα της κουζίνας. Ένα χάος, μια εγκατάλειψη, μια παραίτηση.

Ένιωθε απέχθεια για τον εαυτό της αλλά δεν είχε την δύναμη να κάνει κάτι για αυτό. Θεατής στην ίδια της την ζωή. Περνούσαν οι ώρες και εκείνη χαμένη σε έναν δικό της κόσμο, σε έναν κόσμο ονειροπολήσεων, είχε παραιτηθεί....

Βγαίνοντας έξω δεν υπήρχε ψυχή, μόνη της άρχισε να περπατάει όλο και πιο γρήγορα χωρίς όμως κάποιον προορισμό, χαμένη πάλι σε σκέψεις, χαμένη πάλι σε μια άλλη πραγματικότητα.

Χωρίς να το καταλάβει έφθασε σε ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο, φθαρμένο από τα χρόνια που πέρασαν και άφησαν τα σημάδια τους πάνω του. Σαν να έβλεπε τον εαυτό της... Σαν μια αόρατη δύναμη να την οδήγησε εκεί να αντικρίσει αυτό που δεν ήθελε να παραδεχτεί για τον εαυτό της.

Άρχισε να προχωράει μέσα στον χώρο, σκαρφάλωσε ένα συρματόπλεγμα, και βρέθηκε σε έναν κήπο με πυκνή βλάστηση γεμάτο από αγριόχορτα. Πλησίασε μια μισογκρεμισμένη ξύλινη πόρτα στο πίσω μέρος του κτηρίου και σταμάτησε. Στάθηκε για λίγο και έπειτα κάθισε κάτω.

Σπασμωδικές κινήσεις. Δεν ένιωθε τίποτα, ούτε φόβο, ούτε περιέργεια να εξερευνήσει τον χώρο, τίποτα. Το απόλυτο κενό. Ξάπλωσε στο χορτάρι και κοίταζε τον ουρανό. Πέρασε αρκετή ώρα...σιωπή και σκοτάδι με μοναδικό φως, την λάμψη του φεγγαριού.

Όταν σηκώθηκε είχε χάσει την επαφή με τον χρόνο, αποφάσισε να περάσει μέσα στο ρημαγμένο από την φθορά του χρόνου και την εγκατάλειψη σπίτι.
Ένα παλιό αρχοντικό που παρ' όλη την τωρινή του ερειπωμένη όψη, μαρτυρούσε ένα πολυτελές και ευτυχισμένο παρελθόν, εικόνες από όμορφες, ήρεμες και ευτυχισμένες οικογενειακές στιγμές.

Άρχισε να περιπλανιέται και να περιεργάζεται τον χώρο.
Συνθήματα στους τοίχους, γυαλιά από σπασμένα τζάμια, θρύψαλα από ένα παλιό πολυέλαιο, ένα βρώμικο σκισμένο στρώμα, ένα τελάρο και ένα μουσικό κουτί.

Ο χρόνος σταματάει..

Πόσο θα ήθελε να εμφανιζόταν, να ήταν εκεί, να την περιμένει, η απουσία του πονάει και ξέρει καλά ότι μόνο στην φαντασία της μπορεί να καλύψει αυτό το κενό. Στα όνειρά της μόνο μπορούσε να εκπληρώσει τις επιθυμίες της , μπορούσε να αποφύγει τον πόνο της ματαίωσης. Έπλαθε έναν κόσμο όπως τον ήθελε εκείνη.

Τον είχε συναντήσει σε μια ξενάγηση. Είχε γοητευτεί από την πρώτη στιγμή. Δεν είπανε πολλά. Θυμάται ότι είχε κάνει την μεγάλη υπέρβαση ζητώντας του να βγούνε για ένα ποτό. Δεν το περίμενε αυτό από τον εαυτό της, είναι πολύ συνεσταλμένη και χαμηλών τόνων. Ξαφνιάστηκε όταν εκείνος δέχτηκε.

Μίλαγε κυρίως εκείνος, για πολλά θέματα, πολιτικά, κοινωνικά, ταξίδια, μουσική, εκείνη είχε προσηλωθεί στο βλέμμα του και στο χαμόγελό του.

Ένιωθε ότι έχει μια ευαισθησία και έναν ρομαντισμό, όχι όμως αυτή την επιφανειακή, γλυκανάλατη αντιμετώπιση και συμπεριφορά που την απωθούσε. Ο τρόπος αυτός που αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του, οι απλές αυτές λεπτομέρειες μιας καθημερινότητας που περνάνε απαρατήρητες...

Ανέβαινε τα σκαλιά προς τον πάνω όροφο, όταν άκουσε πίσω της μια φωνή, μια φωνή ενός παιδιού.

Σταμάτησε στην μέση της σκάλας και γύρισε πίσω.

Τι έκανε ένα παιδί μόνο του σε αυτό το σκοτεινό και απόμερο ερείπιο; Πώς βρέθηκε εκεί; Προχώρησε σιγά σιγά προς το μέρος του, δεν ήθελε να το τρομάξει. Εκείνο στεκόταν όρθιο, μπροστά στην μπαλκονόπορτα. Ένα μελαχρινό αγόρι, κοντά στα δέκα, μικροκαμωμένο, καχεκτικό θα το έλεγε κανείς.

Δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη επαφή με τα παιδιά, και μια περίεργη συστολή την εμπόδιζε να τον πλησιάσει.

Ακινητοποιήθηκε και έμεινε να κοιτάζει το αγόρι, ανέκφραστη και άδεια από συναισθήματα και σκέψεις, σαν άγαλμα.

Δεν ήξερε πως να αντιμετωπίσει όλη αυτή την κατάσταση, της ήταν ξένη, πρωτόγνωρη. Περίμενε να εμφανιστεί κάποιος, σαν από μηχανής Θεός και να σώσει και τους δύο από αυτή την δύσκολη και ατελείωτη αναμονή.

Μετά από μία μεγάλη σιωπή....

- Είσαι καλά; τον ρωτάει διστακτικά.
Τι κάνεις εδώ μόνος σου; Που είναι οι γονείς σου;

Ήταν ενήλικας και όμως μέσα της ένιωθε να ταυτίζεται με αυτό το παιδί.

που αναζητούσε την ασφάλεια, την φροντίδα, την αγάπη και κάποιον να την καθοδηγεί. Να αποφασίζει αυτός και εκείνη να ακολουθεί. Να είναι απαλλαγμένη από κάθε ευθύνη.

Το παιδί άρχισε να τρέχει προς τα έξω, στον δρόμο, απομακρυνόταν.

Εκείνη, χαμένη αποφάσισε να φύγει και να γυρίσει προς το σπίτι.

Στο δρόμο της επιστροφής, θυμήθηκε ένα γαλλικό τραγούδι του Ζακ Μπρελ, και άρχισε να το
σιγοτραγουδάει...

Ne me quitte pas
Il faut oublier
Tout peut s'oublier
Qui s'enfuit déjà
Oublier le temps...............

Ne me quitte pas
Ne me quitte pas
Ne me quitte pas
Ne me quitte pas...........

Moi je t'offrirai
Des perles de pluie
Venues de pays où il ne pleut pas
Je creuserai la terre jusqu'après ma mort
Pour couvrir ton corps d'or et de lumière
Je ferai un domaine
Où l'amour sera roi, où l'amour sera loi
Où tu seras reine ------

Θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα της..."Να προσέχεις τον εαυτό σου γιατί κανείς δεν θα το κάνει για σένα".

Θυμήθηκε εκείνο το τριαντάφυλλο που κάποτε, κάποιος της είχε προσφέρει...

Θυμήθηκε εκείνο το πορτοκαλί τρανζιστοράκι που της είχε κάνει δώρο ο πατέρας της και είχε καταλήξει να γίνει το αγαπημένο της φιλαράκι..

Θυμήθηκε το πρώτο της βινύλιο του Μπομπ Ντίλαν και το κλάμα που είχε ρίξει όταν μετά από μια μετακόμιση, χάθηκε και ποτέ της δεν μπόρεσε να το βρει.

Ένα παζλ αναμνήσεων που ακόμη και στις πιο σκοτεινές της στιγμές, εμφανίζεται και της δείχνει τον δρόμο για κάτι πιο όμορφο.

Γυρίζοντας στο σπίτι, το ραδιόφωνο έπαιζε Παύλο Παυλίδη.... Το τραγούδι....

"Ο χρόνος είναι παιδί
κλωτσάει μια μπάλα και τρέχει από πίσω της
αν μια στιγμή κουραστεί
βρίσκει μια ελιά και κοιμάται στον ίσκιο της
Είναι σου λέω παιδί
κρυφοκοιτάει της ψυχής σου τ’ ανείπωτα
ερωτευμένο παιδί
ο χρόνος είναι τα πάντα και τίποτα .......

Έχω καιρό να σε δω
δεν ξέρω ακόμη στ’ αλήθεια αν γιατρεύτηκα
θέλω να ’ρθω να σε βρω
χθές το βράδυ ξανά σ’ ονειρεύτηκα.

Χωρίς να το σκεφτεί, πιάνει το τηλέφωνο και σχηματίζει τον αριθμό του. Εκείνος δεν απαντά. Εκείνη δεν επιμένει. 

Μπαίνει στον υπολογιστή και αρχίζει και γράφει σκόρπιες σκέψεις και συναισθήματα, την ιστορία της, για τον φόβο της μοναξιάς, για την κάθε στιγμή που κυλάει και χάνεται. Για τους ανθρώπους που άφησε πίσω της ή που φύγαν από κοντά της.

Γράφει για τον εαυτό της που έχει χάσει στην αναζήτηση συντροφικότητας και επικοινωνίας. Γράφει για όλα όσα δεν έχει πει ποτέ.

Ανοίγεται ένα παράθυρο μπροστά της και μπαίνει φως, άπλετο φως, αποκαλύπτεται όλη η δυστυχία και η εγκατάλειψη που έκρυβε αυτό το σπίτι, αποκαλύπτεται ο εαυτός της αλλά και το ξεκίνημα για ένα ταξίδι προς κάτι πιο όμορφο.

Είναι ένα δύσβατο μονοπάτι αυτό που θα ακολουθήσει αλλά ξέρει πια, ότι αυτός είναι ο δρόμος για να φτάσεις στην κορυφή του βουνού και να απολαύσεις την πανέμορφη θέα.


Μιρέλλα