Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι στα ίχνη μια χαμένης ουτοπίας



Στον κύκλο των καταραμένων ποιητών, ο Μαγιακόφσκι αποτελεί μια κάπως ξεχωριστή περίπτωση


Κατά την σύντομη διάρκεια της ζωής του και της δημιουργικότητάς του γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε αντίθεση με τα περισσότερα μέλη αυτής της ομάδας. Αλλά στην τραγωδία του Μαγιακόφσκι, αυτοί που τον τοποθέτησαν στο υψηλότερο βάθρο ήταν επίσης ένας από τους λόγους που όπλισαν το χέρι του και τον οδήγησαν στην αυτοκτονία.

Ο Μαγιακόφσκι και το κίνημα του ρωσικού φουτουρισμού

Το 1908 ο Μαγιακόφσκι έγινε μέλος του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος και φυλακίστηκε επανειλημμένα για την ανατρεπτική δράση του. Στο κελί της απομόνωσης άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Μετά την αποφυλάκισή του φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Μόσχας και προσχώρησε στο κίνημα των Ρώσων φουτουριστών.


Τα προεπαναστατικά ποιήματα του Μαγιακόφσκι τον καθιερώνουν ως έναν εκ των βασικότερων εκπροσώπων του ρωσικού φουτουρισμού, ενός κινήματος που αποκηρύσσει την παράδοση για χάρη του πειραματισμού, καλωσορίζοντας την κοινωνική αλλαγή που επιφέρουν οι τεχνολογικές εξελίξεις, όπως το αυτοκίνητο. Ως μέλος μια παράδοξης παρέας φουτουριστών (Κρουτσενίχ, Χλέμπνικοφ, Μπουρλιούκ) γυρνάει στις διάφορες πόλεις της Ρωσίας και εξεγείρει τα πλήθη. Λατρεύει να τους προκαλεί, να τους ερεθίζει, να τους «χαστουκίζει» με τους αιχμηρούς στίχους και την τολμηρή γλώσσα του.

Ο κόσμος τον ακολουθεί, γεμίζει τις αίθουσες όπου κι αν εμφανίζεται, τον χειροκροτεί με πάθος, τον αποδοκιμάζει. Πάντως πηγαίνει. Το ετοιμοθάνατο τσαρικό καθεστώς βλέπει την απήχηση που έχουν οι φουτουριστές και ορθώνει μπροστά τους εμπόδια, όπως και όπου μπορεί.

Από το 1912 και μετά η ποίηση του Μαγιακόφσκι άρχισε να γίνεται επιθετική και προκλητική, με έντονα στοιχεία υπερβολής, υπεροψίας και αυτοαναφοράς. Το 1915 δημοσιεύει το πρώτο μεγάλο του ποίημα με τίτλο: «Σύννεφο με παντελόνια», από το οποίο πήρε και το όνομά του το γνωστό ελληνικό μουσικό σχήμα «Σύννεφα με παντελόνια». Το καλοκαίρι του ιδίου χρόνου γνωρίζει και ερωτεύεται τη Λιλλή Μπρικ, γυναίκα του εκδότη του Οσιπ Μπρικ. 

Τις αφιερώνει το επόμενο σπουδαίο ποίημά του «Σπονδυλωτό Φλάουτο» (1916). Και τα δύο αυτά έργα του καταγράφουν έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση κι εκφράζουν τη διάσταση του ποιητή με τον κόσμο που ζούσε.

"Με ρούχα του γάμου τη νύχτα τούτη θα ντύσουμε. Από κορμί σε κορμί θ' ακτινοβολεί η χαρά. Θα σηκωθώ ολόρθος και θα παίξω κάνοντας αυλό της ράχης μου τους σπονδύλους."

Βιογράφοι και συγκαιρινοί του συμφωνούν ότι η Λίλη ήταν ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής του. Σ' αυτήν αφιερώνει τα σημαντικότερα ποιήματά του, αυτή θυμάται ξανά στην αποχαιρετιστήρια επιστολή του.

Όσιπ Μπρικ. Λίλια Μπρικ, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι

Αυτή είναι μια πνευματικά εύφορη περίοδος για τον νεαρό, αλλά ήδη ευρέως γνωστό ποιητή που χαιρετίζει τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές που συμβαίνουν στη χώρα του με μια σειρά «στρατευμένων» ποιημάτων και δραματικών έργων όπως η «Ωδή στην Επανάσταση» (1918), η «Αριστερή Πορεία» (1918) και το «Μυστήριο Μπούφο» (1918), μια πολιτική σάτιρα και ένα από τα σημαντικότερα θεατρικά έργα της σοβιετικής εποχής. Στηρίζει με πάθος την επανάσταση και το κόμμα που θα αλλάξει τον κόσμο. 

Ο Μαγιακόφσκι δεν ενοχλείται τόσο πολύ από τις κομματικές νόρμες, τη λογοκρισία ή το «βαθύ κόκκινο της επανάστασης και του αίματος». Αποζητά, όμως, μια κοινωνία με μπόλικη μουσική, ποίηση, έρωτα. Μια καθημερινότητα βασισμένη στο τρίπτυχο Τέχνη - Επανάσταση - Σεξουαλικότητα. Γράφει στίχους με τον ίδιο πυρετικό τρόπο που αναζητά τον έρωτα στις γυναίκες της ζωής του.


Με την έκρηξη της Οκτωβριανής Επανάστασης, ο Μαγιακόφσι υπηρέτησε πολυποίκιλα με την πέννα του το νέο καθεστώς. Έγραφε στρατευμένα ποιήματα («Ωδή στην Επανάσταση», «Αριστερή Πορεία»), άρθρα, βιβλία για μικρά παιδιά και ζωγράφιζε αφίσες και σκίτσα, τα οποία συνόδευε με στίχους και συνθήματα, ενώ παράλληλα περιόδευε τη χώρα, κάνοντας διαλέξεις και απαγγελίες. Το 1924 έγραψε μία ελεγεία από 3.000 στίχους για τον θάνατο του Λένιν.


"Η τέχνη δεν είναι καθρέφτης όπου καθρεφτίζεται ο κόσμος, αλλά ένα σφυρί με το οποίο του δίνουμε σχήμα."


Το τέλος

Στα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του εξέδωσε δύο θεατρικά έργα («Κοριός» και «Λουτρό»), με κριτική διάθεση απέναντι στη σοβιετική γραφειοκρατία.

Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος τη Ρωσία και για πολλούς σφραγίζει το τέλος της σοσιαλιστικής αθωότητας. Τα σενάρια που κυκλοφορούν είναι πολλά.

Η αποτυχία της παράστασης του «Λουτρού» στο Λένινγκραντ το 1930, οι ερωτικές του απογοητεύσεις, οι διαδοχικές παρεξηγήσεις και συγκρούσεις με τον Ρωσικό Σύνδεσμο Προλεταρίων Συγγραφέων, οδήγησαν τον Μαγιακόφσκι στην απελπισία. Απογοητευμένος και από τη σοβιετική πραγματικότητα, μετά την άρνηση των αρχών να του δώσουν άδεια να ταξιδέψει στο εξωτερικό, έβαλε τέλος στη ζωή του στις 14 Απριλίου του 1930.
Ο Μαγιακόφσκι πίστεψε μέχρι το τέλος σε μια ουτοπία, με τον δικό του ρομαντικό, παθιασμένο τρόπο, τον μοναδικό τρόπο που ήξερε. Τον τρόπο του ποιητή. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος ενός καινούργιου κόσμου που δεν ανέτειλε ποτέ, και γι' αυτό ένιωθε πάντα πολύ μόνος. 

Το σημείωμα που βρέθηκε στον τόπο της αυτοκτονίας του έγραφε:

Σε όλους.

Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατο μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Ο Μακαρίτης τα απεχθανόταν φοβερά.
Μαμά, αδελφές, και σύντροφοι, σχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος (δεν τον συμβουλεύω σε κανένα), μα εγώ δεν έχω διέξοδο. Λιλλή αγάπα με.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι η Λιλλή Μπρικ, η μαμά, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλνταβνα Πολόνσκαγια. Αν τους εξασφαλίσεις μια ανεκτή ζωή, σ' ευχαριστώ. Τα αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ, αυτοί θα τα καθαρογράψουν.

Όπως λένε "Το επεισόδιο έληξε".
Η βάρκα του έρωτα συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα. Έχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή. Προς τι, λοιπόν, η απαρίθμηση των αμοιβαίων πόνων, των συμφορών και των προσβολών;
Να 'στε ευτυχισμένοι.


"H ποίηση είναι σαν του ραδίου την παραγωγή...
Για μια και μόνη λέξη χαλάς και αποβάλλεις χιλιάδες τόνους λεκτικών μεταλλευμάτων."

Μετά την αυτοκτονία του, ο σοβιετικός τύπος επιτέθηκε στον ποιητή, χαρακτηρίζοντάς τον «φορμαλιστή» και «συνοδοιπόρο» και όχι «Καλλιτέχνη του Λαού», όπως συνηθιζόταν για τους στρατευμένους καλλιτέχνες. Η Λιλλή Μπρικ έγραψε, τότε, ένα γράμμα στο Στάλιν και του ζητούσε την αποκατάσταση του ονόματος του Μαγιακόφσκι. Ο Στάλιν ανταποκρίθηκε και τον χαρακτήρισε «Καλύτερο και πιο ταλαντούχο ποιητή της σοβιετικής μας εποχής».

Αυτός ήταν και ο «δεύτερος θάνατος του Μαγιακόφσκι», σύμφωνα με τον φίλο του συγγραφέα Μπόρις Πάστερνακ («Δρ Ζιβάγκο»), αφού μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης (1991) χαρακτηρίστηκε «ένας από τους εκπροσώπους του ολοκληρωτισμού», ενώ μια μερίδα της κριτικής θεωρεί σήμερα το έργο του ξεπερασμένο.

Ο Μαγιακόφσκι, με τον λυρισμό και τις τεχνικές καινοτομίες, βρήκε αξιόλογους συνεχιστές στην πατρίδα του (Οστρόφσκι, Έρενμπουργκ, Γεφτουσένκο) και στο εξωτερικό (Ελιάρ, Αραγκόν, Νερούντα, Ρίτσος, Πατρίκιος).


Στη συνέχεια, για μια πιο βαθιά γνωριμία με τον μεγάλο ποιητή, ένα δείγμα από τα ποιήματά του. 

"Επίκαιροι Αμίλητοι"

Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες περί δημοκρατικής τάξης,
ανάμεσά μας οι αμίλητοι ζούνε.
Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,

ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,

των ανυπόταχτων τα μούτρα τσαλακώνουν.

Ετούτων των αμίλητων το πετσί,
περίεργα θα ’λεγες είναι φτιαγμένο.

Τους φτύνουνε καταπρόσωπο
κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το φτυμένο.

Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;
Απ’ του μισθού τα ψίχουλα,
πώς να αποχωριστούνε;
Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.

Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!

Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
άλλο δε μας μένει .

"Ελευθερία έκφρασης"

Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.

Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.
Ώσπου μια μέρα
-την πιο διάφανη απ’ όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.

Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα

πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα

"Ξελασπώνοντας το μέλλον"

Δεν είναι μόνον ο κομμουνισμός στη γη, στα κάθιδρα εργοστάσια εκείνα.

Είναι και μες στο σπίτι, στο τραπεζάκι μπρός, στις σχέσεις, στη φαμίλια, στην καθημερινή ρουτίνα.

Εκείνος κει, που ολημερίς τριζοβολάει βλαστήμιες σαν κάρο κακογρασωμένο, εκείνος που,σαν ολολύζει η μπαλαλάικα χλωμιάζει ευθύς, αυτός το μπόι του μέλλοντος δεν το ‘χει φτασμένο.

Πόλεμος δεν είναι μόνο, όπως θαρρείς εσύ, να λες ναι ναι, στα μέτωπα με βολές πολυβόλου. Της φαμίλιας, του σπιτικού, η επίθεση, για μας μικρότερη απειλή δεν είναι διόλου.

Εκείνος που υποτάχτηκε στην πίεση της φαμίλιας, κοιμάται μες στη μακαριότητα ρόδων φτιαγμένων με χαρτί, αυτός δεν έφτασε το μπόι της προσήλιας, της δυνατής ζωής εκείνης που θα ‘ρθει.

Σαν τη φλοκάτα και το χρόνο επίσης,ο σκόρος την καθημερινότητας τον κατατρώει στιγμή-στιγμή.

Το μεινεσμένο ρούχο των ημερών μας για ν’ αερίσεις ε, κομσομόλε, τίναξέ το εσύ.

Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος

"Σύννεφο με παντελόνια"

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξιγκόθρεφτος λακές
σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.
Φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.

Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

Εσείς οι αβροί!
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.
Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι,
εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού μαγειρικής.

Θέλετε
θα 'μαι ακέραιος, όλο κρέας λυσσασμένος
-κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θα 'μαι η άχραντη ευγένεια
-όχι άντρας πια, μα σύννεφο με παντελόνια.


Τέλος δείτε ένα απόσπασμα, από το Σύννεφα με παντελόνια (μέρος IV).
Μια σκηνή που δεν χώρεσε, της ταινίας του Ρένου Χαραλαμπίδη, "Φτηνά Τσιγάρα".



         

Επιμέλεια: Μιρέλλα Μ 

Πληροφορίες: sansimera.gr
cityculture.gr
lifo.gr